<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000</id><updated>2012-02-15T23:41:05.454-08:00</updated><title type='text'>art.atene</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>18</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-2840044271526180369</id><published>2011-12-04T10:38:00.001-08:00</published><updated>2011-12-04T10:38:50.699-08:00</updated><title type='text'>GUSTAV KLIMT</title><content type='html'>’’ Εμιλίε, δεν μπορεί αυτό να συμβεί, ξέρεις πως δεν μπορεί να συμβεί.’’&lt;br /&gt;Η Εμιλίε Φλέγκε ήταν όρθια και σιωπηλή μπροστά στο υγρό παράθυρο με το βλέμμα της στραμμένο κάτω στο δρόμο.&lt;br /&gt;’’ Σου μιλάω, δεν μου απαντάς;’’&lt;br /&gt;’’ Τι να απαντήσω Γκούσταφ; Άλλωστε εγώ πότε δεν σε εγκατέλειψα, πάντα εσύ με άφηνες για άλλες.’’&lt;br /&gt;Ο Γκούσταφ Κλίμτ σιώπησε και αυτός με την σειρά του. Δεν ήθελε να υπάρξει συνέχεια σε μια κουβέντα που δεν θα κατέληγε πουθενά.&lt;br /&gt;’’ Ξέρεις πως δεν μπορώ να ξεφύγω από την ζωή μου, την ίδια μου την ζωή που είναι η δημιουργία και η αμφισβήτηση. Εσύ ειδικά θα έπρεπε να το ξέρεις.’’&lt;br /&gt;’’ Εγώ ειδικά το ξέρω. Σ’ αγαπώ και το ξέρω.’’&lt;br /&gt;’’ Πρέπει να γυρίσω στο ατελιέ μου, τελειώνω το Φιλί.’’&lt;br /&gt; ’’ Είναι πράγματι ένας σπουδαίος πίνακας. Θα σε δω αύριο;’’&lt;br /&gt;’’ Βέβαια, όπως πάντα την ίδια ώρα.’’&lt;br /&gt;Ο Γκούσταφ βγήκε στον δρόμο όπου ακόμα έβρεχε.&lt;br /&gt;«Τι ανοησία να μαλώσει με την Εμιλίε.» Σκέφτηκε. Όμως ξέχασε τον καυγά σαν να τον πήρε από το μυαλό του η βροχή. &lt;br /&gt;Έπρεπε να τελειώσει γρήγορα το Φιλί, το προηγούμενο έργο του, η Ελπίδα, έδωσε αφορμή για πολλά αρνητικά σχόλια, πως μπορούσαν αυτοί, αυτόν, να τον κατηγορήσουν τόσο.&lt;br /&gt;Ήταν πλέον πεπεισμένος πως ο κόσμος δεν ήταν ακόμα έτοιμος να δει κατάματα τον ίδιο του τον εαυτό. &lt;br /&gt;«Μια έγκυος γυναίκα, γυμνή, τριγυρισμένη από σκοτεινές μορφές αλλά αυτή έχει μια μόνη ελπίδα και χαμογελάει, το παιδί της. &lt;br /&gt;Μα πως μπορούσαν να μην το δουν;&lt;br /&gt;Όπως έγινε και με τους πίνακες του πανεπιστημίου. Η Νομική, η Φιλοσοφία, η Ιατρική. &lt;br /&gt;Τι έργα, έδωσα όλον μου τον εαυτό σε αυτά τα έργα, αλλά ακόμα και εκεί με κατηγόρησαν για καλλιτεχνική ανικανότητα ενώ έφτασαν στο σημείο κάποιοι να μιλάνε μέχρι και για πορνογραφία!!&lt;br /&gt;Αν είναι δυνατόν, όχι δεν πήγαινε άλλο όλοι αυτοί δεν ήξεραν τι έλεγαν. &lt;br /&gt;Δυστυχώς αυτά τα έργα δεν κατάφερα να τα δω ολοκληρωμένα να τα δω στον χώρο τους, τους πέταξα την αμοιβή στα μούτρα και τα πήρα πίσω, βρίσκονται ακόμα εκεί στο ατελιέ μου περιμένοντας με.»&lt;br /&gt;Ο Κλίμτ συνέχισε να περπατάει με έντονα βήματα μες στην βροχή χωρίς όμως να δίνει σημασία που είχε βραχεί ολόκληρος.&lt;br /&gt;’’Ερνστ, Γκέοργκ, που είστε;’’ Ξέσπασε ξαφνικά φωνάζοντας, κάνοντας τους λίγους περαστικούς που ήταν δίπλα του να τον κοιτάξουν εκνευρισμένοι.&lt;br /&gt;«Ο Ρούντολφ Αϊτελμπέργκερ ήταν αυτός που με έφερε σε αυτό το σημείο. &lt;br /&gt;‘Εσείς πρέπει να γίνεται ζωγράφος’ φώναξε μες στο αυτί του όταν του είπε ότι αυτός ήθελε να γίνει δάσκαλος σχεδίου. &lt;br /&gt;Και ο Ρούντολφ έκανε τα πάντα ώστε να γίνω ζωγράφος και εγώ και ο αδελφός μου.&lt;br /&gt;’’Έρνστ.’’ Μονολόγησε πάλι, θλιμμένα ετούτη την φορά.&lt;br /&gt;«Έφυγε έτσι, ξαφνικά, μαζί με τον πατέρα. Η μοίρα μας γύρισε την πλάτη.&lt;br /&gt; Έχασα πατέρα και αδελφό και μαζί κάθε όρεξη για δημιουργία.&lt;br /&gt;Μέσα σε αυτήν την μεγάλη περίοδο που προσπαθούσα να βρω λόγο να συνεχίσω να ζωγραφίζω, να συνεχίσω να υπάρχω, έγιναν γεγονότα και πήρα αποφάσεις οργής, χωρίς κανένα σχέδιο και συμπτωματικά τελείως βγήκαν σε καλό.&lt;br /&gt;Η τύχη φαίνεται άρχισε πάλι να με κοιτάζει με καλό μάτι, δημιούργησα την ομάδα της απόσχισης που καταφέρνει να με φέρει πάλι στο επίκεντρο ενώ ο μεγάλος θόρυβος γύρω από το όνομα μου έγινε με την Γυμνή Αλήθεια.&lt;br /&gt;Τι δημιουργία, τι αλήθεια. Αλήθεια που σε καθήλωνε. Και το απόσπασμα του Σίλερ τι εύρημα!!»&lt;br /&gt;Χαμογέλαγε μόνος του στον δρόμο όταν σκεφτόταν το απόσπασμα του Γερμανού ποιητή:&lt;br /&gt;‘Αν μέσα από τις καλλιτεχνικές σου πράξεις και έργα δεν καταφέρνεις να αρέσεις σε όλους, ευχαρίστησε τους λίγους. Να αρέσεις σε πολλούς είναι άσχημο πράγμα.’&lt;br /&gt;«Όμως όλο αυτό ήταν πολύ κουραστικό ψυχικά, δεν άντεχα, χρειαζόμουν μια διέξοδο, έτσι κάποιες στιγμές προσπαθούσα να βρίσκομαι μόνο με την καρδιά μου σε ένα τοπίο και να το ζωγραφίζω, να μην σκέφτομαι, μόνο να ζωγραφίζω. &lt;br /&gt;Αυτό ήταν λύτρωση, απόδραση από την πραγματικότητα που πλέον είχε αρχίσει να γίνεται πολύ σκληρή.&lt;br /&gt;Σκέφτομαι την ομάδα της απόσχισης και πιστεύω ακόμα και σήμερα πως ίσως το πιο σημαντικό έργο όλου αυτού του κινήματος ήταν η ζωφόρος του Μπετόβεν στα πλαίσια της ομώνυμης έκθεσης για τον μεγάλο συνθέτη.&lt;br /&gt;Μια ζωγραφική συμφωνία που κινήθηκε πάνω στο πλαίσιο της ενάτης.»&lt;br /&gt;Βρέθηκε να βάζει το κλειδί στην πόρτα του ατελιέ του και να μπαίνει μέσα στάζοντας όλος.&lt;br /&gt;Μόλις είδε τον χρυσό πίνακα κάθισε στο σκαμπό του και ηρέμησε από όλες τις προηγούμενες σκέψεις.&lt;br /&gt;Τα ξέχασε όλα, την Εμιλίε, την απόσχιση, τις κριτικές.&lt;br /&gt;Έβλεπε μόνο το χρυσό, αυτήν την τεχνοτροπία που πλέον τον χαρακτήριζε και από την οποία είχε γοητευτεί στην Ραβένα όταν εκεί είδε κάποια βυζαντινά ψηφιδωτά.&lt;br /&gt;Τα ταξίδια του στην  Ιταλία και την Γαλλία. Όσο έφτιαχνε την παλέτα του γύρισαν στο μυαλό του εκείνες οι μάλλον ανέμελες στιγμές.&lt;br /&gt;Θυμήθηκε πως από την Ιταλία ήθελε να φύγει αμέσως μόλις κατέβηκε από το τρένο.&lt;br /&gt; Ενώ στην Γαλλία, και συγκεκριμένα στο Παρίσι, εντυπωσιάστηκε από τον καλλιτεχνικό οργασμό των ζωγράφων.&lt;br /&gt;«Τα έχασα, αυτοί εκεί ζωγραφίσουν υπέρ του δέοντος.»&lt;br /&gt;Από την πόρτα του ακούστηκε ένα χτύπημα που τον επανέφερε πίσω στο ατελιέ του και στα χρώματα του.&lt;br /&gt;’’ Σήμερα τελικά μάλλον δεν θα δουλέψω.’’ Διαπίστωσε και πήγε να ανοίξει την πόρτα.&lt;br /&gt;Ήταν ο Εγκόν Σιλέ, ο προστατευόμενος του.&lt;br /&gt;’’ Καλός τον Εγκόν.’’&lt;br /&gt;’’ Γεια σας κύριε Κλίμτ.’’&lt;br /&gt;’’ Πέρασε Εγκόν, έλεγα σήμερα να τελειώσω το Φιλί, όμως μάλλον δεν θα τα καταφέρω. Αλλά μιας και ήρθες σου έχω μια έκπληξη, θα είσαι ο πρώτος που θα δει ένα έργο που μόλις ξεκινάω, το ονομάζω η Παρθένος.’’&lt;br /&gt;Ο Σίλε τα έχασε μόλις είδε τον καμβά με τα ελάχιστα χρώματα και τα σχέδια από κάρβουνο που είχε ζωγραφίσει πάνω του ο Γκούσταφ. &lt;br /&gt;’’ Δάσκαλε θα εγκαταλείψετε τον χρυσό;’’&lt;br /&gt;’’ Ναι έτσι νομίζω πως πρέπει να κάνω, έφτιαξα πολλά έργα με χρυσό, είναι καιρός να αλλάξω.&lt;br /&gt; Ο καλλιτέχνης Εγκόν πρέπει να ρισκάρει σχεδόν συνέχεια, η ίδια η ζωή ενός καλλιτέχνη είναι ρίσκο. &lt;br /&gt;Αν φτάσει κάποιος να πει ότι δημιούργησε το καλύτερο του έργο τότε να ξέρεις πως όλα τελειώνουν.’’&lt;br /&gt;Ο Σίλε σκέφτηκε λίγο τα λόγια του δασκάλου του και είπε:&lt;br /&gt;’’ Νομίζω πως καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε.’’&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-2840044271526180369?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/2840044271526180369/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2011/12/gustav-klimt.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/2840044271526180369'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/2840044271526180369'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2011/12/gustav-klimt.html' title='GUSTAV KLIMT'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-1036841803557594436</id><published>2011-12-04T08:40:00.000-08:00</published><updated>2011-12-04T08:40:21.871-08:00</updated><title type='text'>TAMARA DE LEMPICKA</title><content type='html'>“Μητέρα.” Φώναξε από την κουζίνα όπου ετοίμαζε το πρωινό η Κιζέτ. Απάντηση δεν πήρε.&lt;br /&gt;“Τώρα τελευταία αργεί να σηκωθεί.” Μονολόγησε.&lt;br /&gt;“Μητέρα σηκωθείτε, είναι … “ Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και δεν αποτελείωσε την φράση.&lt;br /&gt;Η μητέρα της, η Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα Κούφνερ, συνέχιζε να είναι ξαπλωμένη γαλήνια στο κρεβάτι. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν ήρεμα και το στήθος της είχε πάψει να πάλετε με την δυσκολία των προηγούμενων ημερών. Είχε πια ησυχάσει.&lt;br /&gt;Πλησίασε το κρεβάτι χαϊδεύοντας τα μαλλιά της γυναίκας που βαθιά μέσα της τη θαύμαζε.&lt;br /&gt;Αμφιλεγόμενη σίγουρα, ελεύθερη το δίχως άλλο.&lt;br /&gt;Αναμφισβήτητα ένας θρύλος.&lt;br /&gt;Η Κιζέτ έβλεπε αυτήν την γυναίκα, που ήταν η μητέρα της, πρώτη φορά με μια ματιά που πότε άλλοτε δεν το είχε κάνει.&lt;br /&gt;Για όλα όσα την κατηγορούσε τόσα χρόνια, για την αδυναμία της στον έρωτα και με τα δυο φύλα, για την αδυναμία της στα πλούτη, για την αδυναμία της για αναγνώριση, τώρα τα έφερνε στο μυαλό της σαν δύναμη, έπρεπε να τα κάνει όλα αυτά γιατί πολύ απλά ήταν αυτή.&lt;br /&gt;Άλλωστε από μικρή, όπως θυμόταν τις διηγήσεις της μητέρας της η Κιζέτ, έκανε πάντα αυτό που είχε βάλει στο μυαλό της.&lt;br /&gt;Μόλις δώδεκα χρονών ήταν όταν η μητέρα της παρήγγειλλε ένα πορτρέτο της μικρής Ταμάρα σε έναν διάσημο ζωγράφο, η μικρή δεν άντεξε το πολύωρο ποζάρισμα ενώ και για το αποτέλεσμα κατέβασε μούτρα φωνάζοντας ότι αυτή μπορούσε να πετύχει καλύτερο αποτέλεσμα. Με το έτσι θέλω βάζει την αδελφή της να ποζάρει ώστε να την ζωγραφίσει.&lt;br /&gt;Ένα χρόνο μετά κι ύστερα από ένα ταξίδι με την γιαγιά της στην Ιταλία ανακαλύπτει το πάθος της για την ζωγραφική.  &lt;br /&gt;Έτσι και με αφορμή τον δεύτερο γάμο της μητέρας της φεύγει από την Πολωνία για την Αγία Πετρούπολη όπου γνωρίζει και τον Ταντέους Λεμπίτσκι τον πρώτο της άντρα.&lt;br /&gt;Το 1918 χρονιά που γεννήθηκε και η Κιζέτ η Ταμάρα παίρνει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Μωρίς Ντενί και μετά από τον δάσκαλο της Αντρέ Λοτ, όπου ήταν και αυτός που έδωσε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα στα έργα της.&lt;br /&gt;Ενταγμένη στον ασφαλή κυβισμό άρχιζε να βγάζει κάποια χρήματα από τα έργα της αφού οι οικογένεια της δεν είχε άλλο έσοδο αφού ο Ταντέους αδυνατούσε να βρει μια δουλειά και ζούσε ρημαγμένος ψυχικά στην σκιά της γυναίκας του.&lt;br /&gt;Η Ταμάρα από την άλλη ανακαλύπτει τον τρόπο ζωής των καλλιτεχνών και των Μποέμ, στις συναντήσεις με τους άλλους καλλιτέχνες της εποχής έλεγε:&lt;br /&gt;«Ανακαλύπτω πως η τέχνη βρίσκεται σε πλήρη κατάρρευση. Νιώθω αποστροφή για την κοινοτυπία στην οποία έχουμε ξεπέσει.» &lt;br /&gt;Αν και επηρεασμένη πλήρως από τον Ενγκρ, πράγματι εισάγει μια δική της τεχνοτροπία που γρήγορα θα την κάνει διάσημη και θα της αποφέρει πολλά χρήματα.&lt;br /&gt;Ιδιαίτερα τα γυμνά της θα γίνουν ανάρπαστα.&lt;br /&gt;Δούλευε εξαντλητικά χωρίς να έχει περιορισμούς στις ώρες αφού έπρεπε να βρίσκεται και σε όλα τα πάρτι και τις συγκεντρώσεις των κοσμικών κύκλων που τόσο πολύ αγαπούσε.&lt;br /&gt;«Υπήρξα η πρώτη γυναίκα που ζωγράφισα με ευκρίνεια και απόλυτη ελευθερία, αυτό ήταν η επιτυχία μου. Ανάμεσα σε εκατό πίνακες ο δικός μου ξεχώριζε, πήγαιναν στις γκαλερί και αντί για Ματίς έφευγαν με έναν δικό μου πίνακα στα χέρια.»&lt;br /&gt;Πλέον βρισκόταν ανάμεσα στον κυβισμό και την Αρ Ντεκό αλλά κανείς δεν ήθελε να την περιορίσει.&lt;br /&gt;Απλά οι πίνακες της ήταν ξεχωριστοί.&lt;br /&gt;Το 1925 σε ηλικία μόλις είκοσι εφτά χρονών ταξιδεύει στην Ιταλία για την πρώτη της έκθεση εκεί, και για να μελετήσει τους κλασσικούς, αυτό το ταξίδι ήταν και η αρχή της αντίστροφής μέτρησης του γάμου της με τον πατέρα της Κιζέτ.&lt;br /&gt;Τρία χρόνια μετά χωρίζει. &lt;br /&gt;Για να υπογραμμίσει με τον δικό της τρόπο τον ανολοκλήρωτο γάμο της αφήνει και μια προσωπογραφία επίτηδες μισοτελειωμένη και την εκθέτει σε μια έκθεση στο Παρίσι με τον τίτλο ’’ Προσωπογραφία άντρα ανολοκλήρωτη.’’&lt;br /&gt;Η Κιζέτ στεκόταν πάνω από το κρεβάτι με δάκρυα στα μάτια αφού το μυαλό της είχε κατακλυστεί από πολλές αναμνήσεις.&lt;br /&gt;Λυπόταν για τον πατέρα της που έχασε, λυπόταν για την μητέρα της που ξαναπαντρεύτηκε.&lt;br /&gt;“Η ιστορία επαναλαμβάνετε έχοντας ώρες, ώρες πολύ καυστικό χιούμορ μητέρα.” Είπε στην νεκρή Ταμάρα η κόρη της.&lt;br /&gt;Αυτά τα λόγια της βγήκαν από το στόμα μάλλον με βία, αφού ήθελε έστω και τώρα να της πει το λάθος, το ίδιο λάθος που είχε κάνει και η μητέρα της Ταμάρα και που ποτέ δεν της το συγχώρεσε.&lt;br /&gt;Ο δεύτερος άντρας της πρόσφερε όσα ήθελε από την ζωή της. Χρήμα, δόξα, τίτλο.&lt;br /&gt;Ο Βαρόνος Κούφνερ ήταν μανιώδης συλλέκτης των έργων της, γρήγορα έγινε ερωμένη του και μόλις η Βαρόνη πέθανε το 1933, παντρεύτηκαν.&lt;br /&gt;Η Ευρώπη έδινε στην Ταμάρα έμπνευση, όμως τα σύννεφα του πολέμου και η οικονομική κατάρρευση  που σκέπασαν την ήπειρο ανάγκασε την ζωγράφο και τον άντρα της να την εγκαταλείψουν και να περάσουν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, στην Αμερική.&lt;br /&gt;Ήταν η αρχή του τέλους. &lt;br /&gt;Οι πηγές έμπνευσης και εκείνα τα συστατικά στοιχεία της τέχνης της χάθηκαν, έτσι και τα έργα της με τα χρόνια έχασαν την φρεσκάδα τους.&lt;br /&gt;Η Ταμάρα με κάποια δόση ταπεινοφροσύνης αλλά και κυριευμένη από φόβο ότι πλέον δεν αναγνωριζόταν σαν καλλιτέχνης, αλλά σαν η κυρία Βαρόνη, άρχισε να αλλάζει ύφος.&lt;br /&gt;Οι κριτικοί τέχνης μίλαγαν πλέον για τους χειρότερους πίνακες που είχαν δει από την Λεμπίτσκα.&lt;br /&gt;Άλλωστε  και ο Κοκτώ το είχε προβλέψει: &lt;br /&gt;«Η κοινωνική της ζωή θα διαφθείρει την τέχνη της.» Είχε πει.&lt;br /&gt;Και έτσι έγινε.&lt;br /&gt;Όμως μέχρι και το 1962 – χρονιά που πραγματοποίησε την τελευταία έκθεση της προσπαθούσε με κάθε τρόπο να την προσέχουν.&lt;br /&gt;Η συμπεριφορά της – θυμόταν η Κιζέτ – θύμιζε εκείνη του Νταλί την ίδια εποχή στο ίδιο μέρος – στην Αμερική.&lt;br /&gt;Ο Νταλί κυκλοφορούσε στους δρόμους της Νέας Υόρκης κρατώντας ένα κουδούνι το οποίο χτυπούσε σαν τρελός κάθε φορά που πίστευε πως δεν του έδιναν σημασία. Έλεγε ο Νταλί γι’ αυτήν την συμπεριφορά του:&lt;br /&gt;«Η σκέψη και μόνο ότι μπορεί να μην με αναγνωρίσουν είναι αβάσταχτη.»&lt;br /&gt;Το ίδιο προσπαθούσε για ύστατη φορά και η Ταμάρα.&lt;br /&gt;Όμως το 1962 το παιχνίδι τελείωσε, η έκθεση της στην γκαλερί του Ιόλα έγινε μέσα σε πλήρη αδιαφορία. Δέκα χρόνια μετά στην γκαλερί ντε Λουξεμπούργκ – που παρουσίασε μια αναδρομική έκθεση της Λεμπίτσκα – κανείς δεν θυμόταν την διάσημη ζωγράφο της δεκαετίας του 1920. &lt;br /&gt;Για άλλη μια φορά η Κιζέτ θυμήθηκε την περιπετειώδη ζωή της μητέρας της, γεμάτη από ίντριγκες, εραστές, χρήμα, αναγνώριση, δόξα, τίτλους και βέβαια παρακμή.&lt;br /&gt;Μέχρι και μετά τον θάνατο της ήθελε να κάνει κάτι που θα ήταν ξεχωριστό.&lt;br /&gt;Δεν θα της χάλαγε το χατίρι. &lt;br /&gt;Θα σεβόταν την τελευταία επιθυμία της και θα πέταγε της στάχτες της πάνω από το ηφαίστειο Ποποκατέπετλ στο Μεξικό.&lt;br /&gt;Σηκώθηκε βουρκωμένη και βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα.&lt;br /&gt;Αν και της ήταν δύσκολο να το παραδεχθεί αυτήν την γυναίκα, την μητέρα της, την θαύμαζε για τον τρόπο που έζησε την ζωή της.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-1036841803557594436?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/1036841803557594436/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2011/12/tamara-de-lempicka.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/1036841803557594436'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/1036841803557594436'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2011/12/tamara-de-lempicka.html' title='TAMARA DE LEMPICKA'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-8266851285173399508</id><published>2011-12-03T12:30:00.001-08:00</published><updated>2011-12-03T12:30:55.929-08:00</updated><title type='text'>MARC CHAGALL</title><content type='html'>Ο George Fragki  είχε ξεκινήσει λίγα λεπτά πριν τις οχτώ να κλείνει τα φώτα μέσα στην αίθουσα τέχνης που διατηρούσε στο κέντρο του Παρισιού. Όλα σκοτείνιαζαν στο διάβα του χαρίζοντας ένα μυστήριο στον χώρο που ήταν γεμάτος από έργα τέχνης.&lt;br /&gt;Τα φώτα, από τον στολισμό της πόλης, λόγο των Χριστουγέννων, έξω από την γκαλερί χάριζαν το ελάχιστο αλλά απαραίτητο φως που χρειαζόταν ο George Fragki ώστε να μπορεί να βλέπει χωρίς να πέσει άθελα του πάνω σε κάποιο από τα εκθέματα.&lt;br /&gt;Την στιγμή που φόρεσε το παλτό του και τύλιξε το κασκόλ του γύρω από τον λαιμό ακούστηκαν τα κουδουνάκια της πόρτας.&lt;br /&gt;“Κλείσαμε.” Είπε ευγενικά στο περίγραμμα του ανθρώπου που έβλεπε στην ανοιχτή πόρτα.&lt;br /&gt;Η σκιά έκανε σαν να μην τον άκουσε και άφησε την πόρτα να κλείσει σιγά πίσω της.&lt;br /&gt;“Κλείσαμε για σήμερα, αν θέλετε κάτι μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε και αύριο.”&lt;br /&gt;“Χρειάζομαι χρήματα, θέλω να δείτε κάτι, να σας το πουλήσω.” Φοβήθηκε, ποιος ήταν αυτός ο άντρας με την βραχνή φωνή και τι ήταν αυτό που ήθελε από αυτόν;&lt;br /&gt;“Δεν ανακατεύομαι με τέτοια κύριε, αν θέλετε να σας δώσω λίγα χρήματα ναι, αλλά να αγοράσω … όχι δεν θα ήθελα. “&lt;br /&gt;“Όχι, όχι με παρεξηγήσατε, δεν είμαι ούτε κλέφτης, ούτε απατεώνας. Έχω ένα ημερολόγιο ενός ζωγράφου μάλλον άσημου, σας παρακαλώ δώστε μου διακόσια φράγκα και αγοράστε το, εγώ τι να το κάνω;” Ο τόνος της φωνής του άντρα μαλάκωσε και έδωσε την αφορμή στον Fragki να τον εμπιστευτεί.&lt;br /&gt;“Για να το δω.” Ο άγνωστος με ήρεμες κινήσεις έβγαλε από την τσέπη του ένα φθαρμένο δερματόδετο τετράδιο που έγραφε πάνω με γράμματα που είχαν από καιρό ξεθωριάσει &lt;br /&gt;“SEGAL MOSCHE.”&lt;br /&gt;Ο Fragki σήκωσε το βλέμμα του κοιτάζοντας τον άγνωστο ερωτηματικά. Ο άγνωστος κοίταξε και αυτός με απορία.&lt;br /&gt;“Δεν αξίζει ούτε διακόσια φράγκα;” Ο George χαμογέλασε.&lt;br /&gt;“ Άκου φίλε μου, δεν θέλω να σε κοροϊδέψω,  αυτό αξίζει πολλά παραπάνω.” Ο άγνωστος τον ξανακοίταξε με απορία αλλά δεν άπλωσε το χέρι του στο βιβλίο.&lt;br /&gt;“ Εγώ διακόσια φράγκα χρειάζομαι.” Ο Fragki κάθισε στην καρέκλα του σκεπτικός για λίγη ώρα, σηκώθηκε άνοιξε την τσάντα του έβγαλε οχτακόσια φράγκα και τα έσπρωξε στον άγνωστο άντρα που γούρλωσε τα μάτια του από έκπληξη.&lt;br /&gt;“ Αν είχα κι άλλα θα σου έδινα.” Του είπε. Αλλά δεν είχε σημασία, ο άγνωστος άπλωσε τα χέρι του φοβούμενος μην μετανιώσει ο George, χαμογέλασε και έφυγε γρήγορα λέγοντας ένα ευχαριστώ.&lt;br /&gt;Ο Fragki τον ακολούθησε, έκλεισε την πόρτα, γύρισε γρήγορα πίσω στο γραφείο του και άνοιξε βιαστικά το ημερολόγιο.&lt;br /&gt;«Έπρεπε να βρω κάτι να κάνω που δεν θα με απομάκρυνε από τον ουρανό και τα αστέρια, που θα μου επέτρεπε να βρω το νόημα της ζωής. Αυτό ακριβώς ήθελα.&lt;br /&gt;Εβραίος από την μια, Ρώσος από την άλλη. Μια δύσκολη ισορροπία για έναν που ήθελε να γίνει καλλιτέχνης.&lt;br /&gt;Γεννήθηκα στο Βιτέμπσκ το 1887 σε μια φτωχή οικογένεια και αν σε αυτά τα πρώτα χρόνια της ζωής μου δεν υπήρχε η μάνα μου – που δωροδόκησε τον δάσκαλο του δημόσιου σχολείου, ώστε να μάθω βιολί, σχέδιο και τραγούδι, δεν θα μπορούσα να ξεφύγω από τον στενό κύκλο της οικογένειας και δεν θα είχα καταφέρει αυτά που τελικά κατάφερα.&lt;br /&gt;Ήθελα να ζωγραφίσω να εκφραστώ και μόλις το 1906 με είκοσι εφτά ρούβλια στην τσέπη ταξίδεψα στην Αγία Πετρούπολη  μαζί με τον φίλο μου τον Βίκτορ Μέκλερ, ο κύβος επιτέλους είχε ριφθεί.&lt;br /&gt;Είχα ξεκινήσει να ζωγραφίζω από το Βιτέμπσκ αλλά στην Αγία Πετρούπολη εξελίχθηκα.&lt;br /&gt; Είχα βέβαια ένα άδειο πορτοφόλι που συνέχεια με απέτρεπε, αλλά έλεγαν πως είχα ταλέντο και τελικά εγώ τους πίστευα.&lt;br /&gt;Είχα την τύχη εκεί να βλέπω έργα του Ματίς, να μαθαίνω για την τεχνοτροπία του Γκωγκέν και όλα αυτά να μπορώ να τα βγάζω στον καμβά μέσα από μια δική μου ποίηση με χρώματα. Ποίηση θα ρωτήσετε. &lt;br /&gt;Ναι, άλλωστε όλοι με έλεγαν ότι είμαι ο ποιητής ζωγράφος.&lt;br /&gt;Το φθινόπωρο του 1909 γνώρισα την Μπέλα. &lt;br /&gt;Τι έρωτας, ήμουν σίγουρος από όταν την πρωτοαντίκρισα ότι αυτή ήταν η γυναίκα της ζωής μου.&lt;br /&gt; Δυστυχώς όμως εγώ έπρεπε να φύγω, η τέχνη μου, η δίψα μου με έστελνε στο Παρίσι και εκεί δεν μπορούσα να την πάρω μαζί μου. &lt;br /&gt;Όταν έφτασα στην πόλη του φωτός τα έχασα, από την μια ο θόρυβος, η φασαρία, από την άλλη τα έργα των Βαν Γκογκ, του Ρυέλ, του Ματίς, το Λούβρο με τους μεγάλους δασκάλους. Το ομολογώ, το μόνο πράγμα που πραγματικά με απέτρεψε να γυρίσω πίσω στην Ρωσία ήταν η τεράστια απόσταση, αφού χρήματα για τρένο δεν υπήρχε και πως να υπάρξουν αφού και για να φάω αγόραζα μόλις ένα φρούτο την ημέρα και την ρέγκα την έψηνα τρώγοντας το κεφάλι την μια μέρα, την ουρά την άλλη.&lt;br /&gt;Λόγο ένδειας δεν μπορούσα να βρω και καινούργιους μουσαμάδες για να ζωγραφίσω, έτσι έπαιρνα μεταχειρισμένους και προσπαθούσα να τους επαναχρησιμοποιήσω. &lt;br /&gt;Εδώ υπάρχει και ένα αστείο περιστατικό, που έφτασε στα αυτιά μου πολύ αργότερα, αφού πολλοί ζωγράφοι, ιδιαίτερα κυβιστές, ξεκίνησαν να το κάνουν απλά επειδή το έκανα εγώ.&lt;br /&gt;Ο Γκιγιώμ Απολιναίρ ήταν που αποκάλεσε τους πίνακες μου υπερφυσικούς, που να ήξερε ο Γκιγιώμ ότι με αυτήν την έννοια θα σημάδευε μια ολόκληρη εποχή και μαζί με αυτή και εμένα.&lt;br /&gt;Δείχνουν σαν όλα να έχουν αρχίσει να παίρνουν τον δρόμο τους, έχει ξεκινήσει μια μικρή αναγνώριση, εγώ βρίσκομαι μεταξύ κυβισμού και Σουρεαλισμού ενώ συνάμα εκείνη την εποχή  ο Χέρβαρντ Βάλντεν οργανώνει και την πρώτη ατομική μου έκθεση στο Βερολίνο.&lt;br /&gt;Ευτυχία.&lt;br /&gt;Το 1914 βρίσκω δικαιολογία ώστε να γυρίσω στην Ρωσία, είναι ο γάμος της αδελφής μου. Όμως από – θες να το πεις τύχη, θες να το πεις ατυχία – κλείνουν τα σύνορα και αντί για τρεις μήνες που είχα σκοπό να παραμείνω, τελικά μένω σχεδόν οχτώ χρόνια.&lt;br /&gt;Τα γεγονότα πλέον με προλαβαίνουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. &lt;br /&gt;Ο έρωτας έρχεται να μου θυμίσει πάλι την Μπέλα με την οποία παντρεύομαι το 1915 και το 1916 γεννιέται η κόρη μου η Ίντα.&lt;br /&gt;Ένα χρόνο αργότερα γίνεται η επανάσταση. &lt;br /&gt;Ενθουσιάζομαι. Αναλαμβάνω την θέση επιτρόπου καλών τεχνών του Βιτέμπσκ, για δυο χρόνια όλα πάνε καλά, τα πιο τρανταχτά ονόματα, μέλη της Ρώσικης πρωτοπορίας μετακομίζουν στην περιοχή αλλά αμέσως μετά έρχεται η απογοήτευση, δεν με καταλαβαίνουν και με πολεμούν.&lt;br /&gt;Με λύπη το καλοκαίρι του 1922 μετακομίζω με την οικογένεια μου στο Παρίσι, που ευτυχώς ακόμα – μετά από οχτώ σχεδόν χρόνια – η φήμη μου έχει κάποιο αντίκρισμα.&lt;br /&gt;Το 1923 ξεκινάω πάλι, προσπαθώ να αναπαράγω ακόμα και πίνακες τους οποίους είχα χάσει με τον πόλεμο στο Βερολίνο.&lt;br /&gt;Οι Σουρεαλιστές προσπαθούν να με εντάξουν στο κίνημα τους, όμως διαφωνώ κάθετα και απλά λέω: &lt;br /&gt;Ο κόσμος μέσα μας είναι πιο αληθινός από τον ορατό κόσμο. Όταν κανείς αποκαλεί ψευτιές ή παραμύθια όσα του φαίνονται παράδοξα τότε δεν έχει ιδέα τι θα πει φύση.&lt;br /&gt;Το 1924 παρουσιάζεται και η πρώτη έκθεση μου στην Νέα Υόρκη. &lt;br /&gt;Όμως πολλά χρόνια μετά θα βρεθώ σε αυτήν την τεράστια μαγευτική μεγαλούπολη.&lt;br /&gt;Πλέον εκείνη την εποχή κάτι με τραβάει να δω τον κόσμο. &lt;br /&gt;Το 1932 ταξιδεύω στην Ολλανδία και βλέπω το μεγαλείο του Ρέμπραντ, το 1934 στην Ισπανία σχεδόν θέλω να γονατίσω, να υποκλιθώ, στα έργα του Ελ Γκρέκο. &lt;br /&gt;Αν μπορούσα να τον είχα μπροστά μου θα του φύλαγα τα χέρια.       &lt;br /&gt;Η μοίρα τελικά ήρθε,το 1942 έκανα το ταξίδι στην Αμερική, αν γνώριζα τι θα συμβεί δεν θα το έκανα και ας με έστελναν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης οι Ναζί.&lt;br /&gt; Ήταν Σεπτέμβριος του 1944 όταν η Μπέλα, η αγαπημένη μου Μπέλα, πεθαίνει από ίωση. Γύρω μου έχει απλωθεί πλέον το σκοτάδι.&lt;br /&gt;Παραλύω, για ένα χρόνο μέσα στο σπίτι κυκλοφορούν δυο φαντάσματα, το δικό μου και της Μπέλα.&lt;br /&gt;Αυτός ο θάνατος μου έχει στοιχίσει πολύ, επαναπαύομαι στα έργα μου και επαναλαμβάνομαι, καμία νέα ιδέα, παρά μια ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων θεμάτων.&lt;br /&gt;Είμαι σίγουρος πως έχω γίνει κουραστικός αλλά δεν μου το λένε από ευγένεια.&lt;br /&gt;Η Αμερική με έπνιγε, ο θάνατος της Μπέλα με βούλιαζε, έτσι τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεψα οριστικά στο Παρίσι.&lt;br /&gt;Το Παρίσι, η Ευρώπη, η Ρωσία ήταν αυτά που μπορούσαν να μου δώσουν ξανά έμπνευση.&lt;br /&gt;Οι μοίρες μάλλον αποφάσισαν πως μου χρώσταγαν και έτσι το 1952 γνωρίζω την Βαλεντίνα – την δεύτερη γυναίκα μου – που μου έδωσε μια αισιοδοξία. &lt;br /&gt;Επιτέλους μια νέα πνοή ξεκινάει πάλι να αγγίζει τα έργα μου.&lt;br /&gt;Πλέον το Σαιν-Πωλ-Ντε-Βανς είναι η νέα πρωτεύουσα της παγκόσμιας τέχνης, εκεί δημιουργώ ίσως τα πιο ώριμα έργα μου, ’’Η μεγάλη παρέλαση’’ που ζωγράφισα πριν πέντε χρόνια πιστεύω πως είναι το τελευταίο μεγάλο έργο μου.&lt;br /&gt;Πολλοί είπαν πως στα τελευταία έργα μου δεν υπάρχουν σύμβολα που να παραπέμπουν κάπου. &lt;br /&gt;Έχω να τους απαντήσω ότι: &lt;br /&gt;Αν ένα έργο τέχνης έχει αυθεντικότητα τότε αυτομάτως αποκτά συμβολικό νόημα. &lt;br /&gt;Γιατί όσο κι αν καλύψεις το μουσαμά με παχιά στρώματα χρώματος, ανεξάρτητα αν διακρίνονται σχέδια και σχήματα ή όχι, όπως κι αν το ονομάσεις αυτό μετά, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το αποτέλεσμα θα είναι ένα αυθεντικό έργο τέχνης.&lt;br /&gt;ΜΑΡΚ ΣΑΓΚΑΛ &lt;br /&gt;20 ΜΑΡΤΙΟΥ 1985&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-8266851285173399508?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/8266851285173399508/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2011/12/marc-chagall.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/8266851285173399508'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/8266851285173399508'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2011/12/marc-chagall.html' title='MARC CHAGALL'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-1185796492051967311</id><published>2011-10-31T14:24:00.001-07:00</published><updated>2011-10-31T14:24:10.561-07:00</updated><title type='text'>EDVARD MUNCH</title><content type='html'>Μέσα στα σοκάκια, ανάμεσα στις παλιές γειτονιές του Όσλο μπορούσες να δεις μικρά μαγαζιά κάθε είδους που πουλούσαν ότι μπορούσες να φανταστείς. Κλειστά συνήθως, σκιερά, με την υγρασία του τοπίου να συγγενεύει με τις θολές σκούρες βιτρίνες τους. &lt;br /&gt;Σε κάποια από αυτά, αν ήσουν τυχερός και έκοβε το μάτι σου, μπορεί να έβρισκες κάποιο σκονισμένο αντικείμενο που ήταν ξεχασμένο από τα χρόνια και από τους ιδιοκτήτες του.&lt;br /&gt;Το μόνο σίγουρο, ώστε να βρεις κάποιο λόγο να ασχοληθείς να ψάξεις εκεί μέσα, ήταν πως τουλάχιστον θα είχε κάποια συναισθηματική αξία και ίσως κάποια ιστορία.  &lt;br /&gt;Ο Jensen είχε χωθεί ως τα βάθη μέσα στην σκόνη και το σκοτάδι με έναν φακό που ίσα που έφεγγε ώστε να δει αν αυτό που κράταγε στα χέρια του ήταν πράγματι αυτό που υποψιαζόταν.&lt;br /&gt;Μέσα σε λίγα λεπτά και με λίγες εκατοντάδες Κορώνες λιγότερες στην τσέπη βρισκόταν στον βρεγμένο δρόμο και προσπαθούσε να φέρει σε λογαριασμό έναν μεγάλο πίνακα που πότε του γλιστράγε από δεξιά πότε του έφευγε από αριστερά. Τελικά τον έβαλε πάνω από το κεφάλι του σαν σκεπή και χαμογελαστός βάδιζε προς το σπίτι.&lt;br /&gt;Δεν ήταν πολύ μακριά από το κέντρο το σπίτι του οπότε δεν του πήρε πολύ ώρα να φτάσει έξω από την πόρτα να την ανοίξει και να χωθεί μέσα στην ζέστη του.&lt;br /&gt;Με ανυπομονησία μικρού παιδιού έβγαλε το πανί πάνω από τον πίνακα και κοίταξε με γουρλωμένα μάτια τον πίνακα. &lt;br /&gt;Τώρα που τον ξανακοίταζε του φαινόταν σαν όνειρο, είχε βρει μέσα σε εκείνο το διασκορπισμένο μπάχαλο του μαγαζιού έναν χαμένο πίνακα του Edvard Munch και τον είχε αγοράσει για μόλις 643 Κορώνες.&lt;br /&gt;Τον πλησίασε χωρίς να φοβάται μην καταλάβει κανείς ποιανού ήταν ο πίνακας και απαλά του χάιδεψε την κορνίζα, το νύχι του πιάστηκε σε μια μικρή τρύπα που είχε το πανί από πίσω, κοίταξε να δει πως θα την διόρθωνε όταν παρατήρησε ότι ανάμεσα στο κενό που είχε ο καμβάς με το πανί βρισκόταν ένα κομμάτι κιτρινισμένο χαρτί.&lt;br /&gt;Άνοιξε λίγο ακόμα την τρύπα και το έπιασε με τα ακροδάχτυλά του, προσεχτικά το ξετύλιξε, δυσκολεύτηκε λίγο να ξεχωρίσει τα γράμματα αλλά ξεκίνησε να διαβάζει.&lt;br /&gt;“Πρωτοχρονιά του 1944 Εκέλι.&lt;br /&gt;Πάλι, για άλλη μια χρονιά μόνος, μόνος εγώ και οι πίνακες μου τα αγαπημένα παιδιά μου.&lt;br /&gt;Πόσο φοβάμαι μην χαθούν. &lt;br /&gt;Τώρα φοβάμαι μην χαθούν τα έργα μου όμως όσο θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα φοβόμουν τον θάνατο και τις αρρώστιες, πάντα με κυνηγούσαν και εγώ προσπαθούσα να τους ξεφύγω ,τώρα στο τέλος κατάλαβα ότι μάλλον κυνηγούσαν όσους αγαπούσα. &lt;br /&gt;Πρώτα την μάνα μου, μετά την αδελφή μου την Σόφι, λίγα χρόνια μετά τον πατέρα μου και τον αδελφό μου, ενώ η μια αδελφή μου που έζησε έπασχε από μια ψυχική ασθένεια.&lt;br /&gt;Ο θάνατος της Σόφι ήταν αυτό που πραγματικά με συγκλόνισε, θα μπορούσα να πω πως αυτός ήταν που γέννησε μέσα μου τον καλλιτέχνη που έγινα.&lt;br /&gt;Προσπάθησα να ξορκίσω τον θάνατο μέσα από τους πίνακες μου, προσπάθησα να διώξω τον φόβο μου μέσα από μια άλλη ζωή ακίνητη ζωγραφισμένη σε έναν απλό άσπρο καμβά.&lt;br /&gt;Ζωγράφιζα ότι ερέθιζε το εσωτερικό μου βλέμμα. Ζωγράφιζα από μνήμης, δίχως να προσθέτω οτιδήποτε, δίχως λεπτομέρειες που είχα πάψει να τις βλέπω.&lt;br /&gt;Αυτός είναι ο λόγος που οι πίνακες μου είναι τόσο απλοί, τόσο εμφανώς άδειοι. &lt;br /&gt;Ζωγράφισα τις εντυπώσεις από την παιδική μου ηλικία, τα μουντά χρώματα μια ξεχασμένης εποχής. &lt;br /&gt;Τελικά τώρα στο τέλος ανακαλύπτω ότι χωρίς το φόβο και την αρρώστια η ζωή μου θα ήταν βάρκα χωρίς πηδάλιο.&lt;br /&gt;Μόλις στα 22 και όντας με τους μποέμ του Όσλο πηγαίνω στο Παρίσι και εντυπωσιάζομαι από την ζωγραφική του Μανέ και του Βαν Γκογκ, τι χρώματα, τι φως, τι ζωντάνια.&lt;br /&gt;Ζωγραφίζω προσπαθώ να φωτιστώ, να δω και δέκα χρόνια μετά ο Λωτρέκ, ο Μπονάρ και ο Βυγιάρ με καθοδηγούν.&lt;br /&gt; Έχω πλέον αρχίσει να έχω κάτι δικό μου να βλέπουν έναν πίνακα μου και να αναγνωρίζουν ποιος τον έκανε.&lt;br /&gt;Όμως παραμένω, όσο και να χρωστάω στους Μανέ, Λωτρέκ και Βαν Γκογκ, να είμαι σκοτεινός, η ψυχή μου δεν μπορούσε εύκολα να βγει από την μελαγχολία και όταν έβγαινε ξαναέπεφτε το ίδιο εύκολα. &lt;br /&gt;Αντιλαμβάνομαι κάποιες στιγμές ότι δεν ζωγραφίζω ότι βλέπω αλλά ότι έχω δει.&lt;br /&gt;Όταν πήγα μια χρονιά στο σαλόνι, στο Παρίσι, πήγα όλο προσμονή για να δω, για να ταξιδέψω ξανά στον έβδομο ουρανό αντί γι’ αυτό ένιωσα αηδία.&lt;br /&gt;Πιστεύω ότι η τέχνη είναι ολοκληρωμένη όταν ο καλλιτέχνης έχει πει ειλικρινά όσα κρύβει η ψυχή του, αν η απαίτηση, για να είναι ένας πίνακας ωραίος, είναι να δείχνει ωραίος στο τοίχο που θα κρεμαστεί τότε . . .&lt;br /&gt;Εγώ έκανα πίνακες κενούς, γεμάτους κενούς, πόνος, μοναξιά και μελαγχολία.&lt;br /&gt;Βέβαια για να πω και την αλήθεια, αφού είναι και πρωτοχρονιά, προσπάθησα με λάθους τρόπους να ξεπεράσω τον πόνο μου, την οικογένεια μου και ένας από αυτούς ήταν η άφθονη χρήση αλκοόλ που έφερε και την νευρική μου κατάρρευση. &lt;br /&gt;Ενάμιση χρόνο κλεισμένος στην κλινική με νευρικό κλονισμό, κομμένο δάχτυλο, από την προσπάθεια μου να αποτρέψω την απειλή αυτοκτονίας της Τούλα και με τελικό αποτέλεσμα την μερική παράλυση του ενός ποδιού μου.&lt;br /&gt;Τελικά στο τέλος αυτού του ενάμιση χρόνου βγήκα πιο δυνατός γεμάτος δημιουργικότητα αλλά περιστοιχισμένος από την μοναξιά που πλέον την επέλεξα ως στάση για την υπόλοιπη ζωή μου.&lt;br /&gt;Τώρα στο τέλος, τυφλός από το ένα μάτι, κουρασμένος από την ζωή και την προσμονή του θανάτου είμαι σίγουρος πως έζησα μόνο και μόνο για ζωγραφίσω. &lt;br /&gt;Ένα από τα έπαθλα που θα ήθελα να πάρω μαζί μου στον θάνατο είναι ότι οι Ναζί με καταδίκασαν και κατέβασαν τους πίνακες μου από τα μουσεία της Γερμανίας, αυτό το γεγονός ήταν για μένα η μεγαλύτερη αναγνώριση.&lt;br /&gt;Μια από τις καλύτερες αστείες φιλοφρονήσεις που μου έγιναν ήταν από τον Rathenau.&lt;br /&gt;Του έφτιαχνα το πορτραίτο για μήνες , την τελευταία μέρα ήρθε μπροστά για να δει το αποτέλεσμα. &lt;br /&gt;Γύρισε με κοίταξε και είπε για τον άνθρωπο στον πίνακα που τον απεικόνιζε.&lt;br /&gt;«Απαίσιος χαρακτήρας, δεν συμφωνείτε; &lt;br /&gt;Αυτό παθαίνεις όταν ζωγραφίζει το πορτραίτο σου ένας μεγάλος καλλιτέχνης, μοιάζεις περισσότερο με τον εαυτό σου από ό’ τι στην πραγματικότητα.»&lt;br /&gt;Θα κλείσω αυτή την πρωτοχρονιάτικη εξομολόγηση με μια σκέψη μου για τον θάνατο που έρχεται γοργά προς το μέρος μου.&lt;br /&gt;Λουλούδια θα αναπτυχθούν από το σάπιο μου κορμί και εγώ θα ζω και θα υπάρχω μες στο άνθος της, ο θάνατος είναι η αρχή της ζωής, το ξεκίνημα ενός καινούργιου κρυσταλλώματος.&lt;br /&gt;Edvard Munch   1/1/1944 Ekeli&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-1185796492051967311?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/1185796492051967311/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2011/10/edvard-munch.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/1185796492051967311'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/1185796492051967311'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2011/10/edvard-munch.html' title='EDVARD MUNCH'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-3381524365883534629</id><published>2011-06-06T12:23:00.001-07:00</published><updated>2011-06-06T12:23:45.656-07:00</updated><title type='text'>JOAN MIRO</title><content type='html'>Βρισκόσαστε εδώ για να μάθετε, να δείτε το χρώμα, την έμπνευση, το τι μπορεί να βγει μέσα από το συναίσθημα που μπορεί να σας μεταδώσει ένα νήμα, μια σταγόνα νερού, ένας απλός κόκκος άμμου. Πρέπει να ξέρετε πως οτιδήποτε μπορεί από τον υπόλοιπο κόσμο να θεωρηθεί ασήμαντο, αδρανές στα μάτια ενός καλλιτέχνη γεννιέται ένας ολόκληρος κόσμος που μπορείτε να τον ζωγραφίσετε όπως εσείς θέλετε, μετά να του δώσετε έναν τίτλο και με έναν μαγικό τρόπο αυτό που θέλετε να αποδώσετε και να δείξετε φαίνετε μέσα σε αυτό το έργο που πραγματοποιήσατε. Προϋπόθεση όμως γι’ αυτό είναι να βλέπετε τον κόσμο που σας αποκαλύπτεται μέσα από τον μικρό κόκκο άμμου που μόλις έχετε δει.&lt;br /&gt;Τι βλέπετε τώρα μπροστά σας; Βλέπετε έναν γέρο, τρελό, επιθετικό ή ακόμα αν θέλετε μοχθηρό και με μια δήλωση που έκανα κάποια στιγμή, πως φιλοδοξία μου είναι να δολοφονήσω την ζωγραφική, να με ακολουθεί. Μετά τόσα χρόνια μάλλον πρέπει να ρωτήσω όλους εσάς αν τελικά το κατάφερα. &lt;br /&gt;Μάλιστα ο κόσμος – αν και θαύμαζε και θαυμάζει τα έργα μου – έχει για μένα μια παράξενη εικόνα, ακόμα και ορισμένοι από τους πιο στενούς φίλους μου έφτασαν στο σημείο να με θεωρούν έναν άγνωστο άνθρωπο χαμένο στις σκέψεις μου, που οι σιωπές μου έχουν μείνει θρυλικές στις παρέες που κάναμε.&lt;br /&gt;Ακόμα έχω κατηγορηθεί ότι η ζωγραφική μου είναι επιδεικτικά εύκολη.&lt;br /&gt;Παράξενο! Εγώ παιδεύτηκα πολύ για να ζωγραφίσω αυτούς τους πίνακες.&lt;br /&gt;Στην οικογένεια που γεννήθηκα τίποτα δεν ήταν αυτό που μου έδωσε τις εικόνες ή το ερέθισμα ώστε να ακολουθήσω τον δρόμο της τέχνης. Όμως από μικρό θυμάμαι να με μάγευαν τα μεταβαλλόμενα χρώματα του ουρανού, το φυσικό τοπίο.&lt;br /&gt;Θυμάμαι με τις ώρες να κάθομαι να σχεδιάζω πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και έτσι να δημιουργώ – από τότε – τον μύθο για τις σιωπές μου.&lt;br /&gt;Βέβαια ο πατέρας μου μάλλον τότε δεν πρέπει να έβλεπε και πολύ μέλλον σε αυτήν την ενασχόληση μου και για να τον ικανοποιήσω δέχθηκα μια θέση υπαλλήλου σε ένα λογιστικό γραφείο, το ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν φίλοι του πατέρα μου ήταν και ο μόνος λόγος ότι με ανέχθηκαν για δυο μήνες αφού σχεδίαζα σαν τρελός πάνω στα λογιστικά βιβλία. Έτσι και ο πατέρας μου το πήρε απόφαση πως δεν κάνω για ότι ήταν αυτό που είχε σκεφθεί για εμένα.&lt;br /&gt;Έτσι δεν έχασα ευκαιρία και πήγα να γραφτώ στην σχολή του Φρανσίσκο Γκάλι, ένα από τα πιο σπουδαία πράγματα που έμαθα από αυτόν τον δάσκαλο ήταν η μεγάλη σημασία που παίζει η μουσική στην ζωγραφική. &lt;br /&gt;Οι λεπταίσθητες αρμονίες του Μπαχ, του Μότσαρτ, του Βιβάλντι, μπορούν να μπουν σε πολλά έργα που θα φτιάξετε στο μέλλον αν βέβαια καταφέρετε να τις αντιληφτείτε.&lt;br /&gt;Να ξέρετε πως δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να αναπτύξει κανείς μια διαισθητική μνήμη της φόρμας κάθε πράγματος αν δεν αποκτήσει πρώτα την αίσθηση της.&lt;br /&gt;Δεν ήθελα νόμιζα άλλα πράγματα τότε, είχα το ταλέντο, είχα την υπεροψία και πίστευα πως ότι και να έκανα θα ήταν ανεπανάληπτο. &lt;br /&gt;Λάθος! Όταν επισκέφθηκα στην Βαρκελόνη  για πρώτη φορά μια έκθεση ζωγραφικής αφιερωμένη στην Γαλλική τέχνη τα έχασα, επηρεάστηκα τόσο πολύ από το φως, το ύφος, το χρώμα και τις πινελιές του Βαν Γκογκ που για μια περίοδο της ζωής μου όλα αυτά τα υιοθέτησα και δεν θα είμαι αυτός που θα σας πει να μην κάνετε το ίδιο αν κάτι σας αρέσει.&lt;br /&gt;Βέβαια δεν θα κρύψω πως ήμουν και πολύ τυχερός αφού έπεσα στα χέρια του josep Dalmau που πήρε το ρίσκο να μου οργανώσει την πρώτη ατομική μου έκθεση – σας εύχομαι να βρείτε και εσείς έναν τέτοιο σπουδαίο φίλο στον δρόμο σας – η οποία πήγε παραδόξως καλά. &lt;br /&gt;Τότε ακριβώς, αυτήν την χρονική στιγμή, αν και όπως σας είπα η έκθεση είχε μεγάλη επιτυχία, ήταν που κατάλαβα πως έπρεπε να φύγω από την Βαρκελόνη και να πάω να ζήσω στο Παρίσι.&lt;br /&gt;Εκεί, στο Παρίσι, γίνομαι ένας άλλος καλλιτέχνης, σχεδιάζω, ζωγραφίζω, σκίζω, μουτζουρώνω, θυμώνω, κλαίω, γελάω, σπάω τα πινέλα μου, ξεκινάω να φτιάξω ένα σχέδιο και καταλήγω να φτιάχνω δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, σαν τραπουλόχαρτα διαδέχονται το ένα το άλλο. &lt;br /&gt;Είμαι σε μια δημιουργική φάση που ούτε καν εγώ αντέχω, με σκέφτομαι σαν Βαν Γκογκ, μόνο να ζωγραφίζω πίνακες, μόνο να βλέπω χρώματα. &lt;br /&gt;Και από χρήματα; Έχω φτάσει σε κατάσταση έσχατης πενίας. Όπως είχα γράψει στον παλιό δάσκαλο μου . . . μισό λεπτό να βρω το γράμμα να σας το διαβάσω ακριβώς όπως το ένιωθα τότε. . .  α να το.&lt;br /&gt;«Άρχισα να απομακρύνομαι σταδιακά από τον ρεαλισμό που είχα εφαρμόσει μέχρι την εποχή του ’’Αγροκτήματος,’’ έως ότου έφτασα στο σημείο να σχεδιάζω αποκλειστικά υπό την επήρεια παραισθήσεων. Την περίοδο εκείνη ζούσα με δυο ξερά σύκα την ημέρα.»&lt;br /&gt;Ήμουν υπερβολικά υπερήφανος να ζητήσω βοήθεια από τους φίλους μου ενώ τα τελευταία χρήματα που είχα ήταν από το έργο μου ’’Το αγρόκτημα,’’ που ευτυχώς το είχε αγοράσει ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ.&lt;br /&gt;Σας βλέπω να χαμογελάτε τώρα και εγώ χαμογελάω, το μαγικό όμως της τέχνης και του καλλιτέχνη ήταν πως και τότε χαμογέλαγα, ζούσα από αυτά που έφτιαχνα, πια σύκα, ποιος τα είχε ανάγκη, εγώ χρώματα χρειαζόμουν. &lt;br /&gt;Μετά λες και κάτι άλλαξε χωρίς εγώ να το καταλάβω όλα γύρισαν πλευρά, γύρισαν προς την όμορφη πλευρά.&lt;br /&gt;Γνώρισα και παντρεύτηκα την Pilar, μετά δυο περίπου χρόνια ήρθε στον κόσμο η κόρη μου η Maria Dolores και πλέον είχα αρχίσει να αναγνωρίζομαι σε διεθνές επίπεδο. Εκθέσεις σε Αμερική, Γαλλία, Ισπανία, αρχίζουν να μου χαρίζουν μια πιο άνετη ζωή. Ευτυχώς όμως ποτέ δεν έλειψε από μέσα μου το συναίσθημα, αυτό που σας είπα και στην αρχή το συναίσθημα που μπορεί να σου δώσει το κάθε τι.&lt;br /&gt;Τα υπόλοιπα λίγο πολύ τα γνωρίζεται μέσα από τα έργα μου, μέσα από τις εκθέσεις μου.&lt;br /&gt;Αυτό που θα ήθελα να σας συμβουλέψω είναι πως αν έχετε αποφασίσει να αφιερωθείτε στην τέχνη τότε πρέπει να της δώσετε και την ψυχή σας.&lt;br /&gt;Η τέχνη είναι μάγισσα, τα θέλει όλα από εσάς, ψυχή και σώμα, δάκρυα και ιδρώτα, μεγαλείο και ταπείνωση ώστε αν θέλει να σας ανταποδώσει το 1/10 αυτού που εσείς της προσφέρατε.&lt;br /&gt;Αν είστε διατεθειμένοι να δώσετε πολλά και να εισπράξετε λίγα ως και τίποτα, τότε καλώς ήρθατε στον υπέροχο κόσμο μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;JOAN MIRO&lt;br /&gt;Palma De Mallorca&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-3381524365883534629?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/3381524365883534629/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2011/06/joan-miro.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/3381524365883534629'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/3381524365883534629'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2011/06/joan-miro.html' title='JOAN MIRO'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-5701331565957616177</id><published>2010-11-23T11:33:00.001-08:00</published><updated>2010-11-23T11:33:42.598-08:00</updated><title type='text'>PIERRE AUGUSTE RENOIR</title><content type='html'>Καθόταν στο ξύλινο σκαμπό σκυφτός μπροστά από το καβαλέτο του, ο καμβάς είχε διάσπαρτα κάποια χρώματα που ελάχιστα αχνοφαινόταν να ξεπροβάλει μια ακαθόριστη μορφή. Πέταξε οργισμένος μακριά τα πινέλα του ενώ τα δάχτυλα και ο ένας του ώμος έδειχναν αγκυλωμένοι. Η αρρώστια του είχε στερήσει την ικανότητα να ζωγραφίζει, όμως δεν το είχε βάλει κάτω, παρ’ όλο που η παραμορφωτική αρθρίτιδα έκανε ότι ήταν δυνατό για να τον καταβάλει.  &lt;br /&gt;«Αλίν.»  Μονολόγησε.&lt;br /&gt;«Αλίν, πόσο μου λείπεις.» Συνέχισε και ένα δάκρυ έτρεξε από τα κοκκινισμένα μάτια του. &lt;br /&gt;Η γυναίκα του είχε φύγει από την ζωή μόλις πριν τέσσερα χρόνια και η απώλεια της του είχε στοιχίσει πολύ. Το μόνο που τον είχε ευχαριστήσει αυτά τα χρόνια ήταν που κατάφερε να δει δικούς του πίνακες στο μουσείο του Λούβρου. &lt;br /&gt;Τι περηφάνια είχε νιώσει εκείνη την ημέρα που πήγε και τα είδε, γνώριζε πως ήταν από τους λίγους της γενιάς του και της τεχνοτροπίας που υποστήριζε  που είχε καταφέρει κάτι τέτοιο, δηλαδή να ζει και να δει τα έργα του στο Λούβρο. &lt;br /&gt;Ίσως τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα να ήταν και ο μόνος.   &lt;br /&gt;Όμως το άξιζαν κι άλλοι, όπως ο καλός του φίλος Κλωντ Μονέ ή και ο Φρεντερίκ Μπαζίλ. &lt;br /&gt;«Μα αυτά τα χέρια πως με πονάνε.» Γκρίνιαξε κοιτάζοντας τα πεσμένα πινέλα του.&lt;br /&gt;«Ο Κλωντ μαζί με τον Βίνσεντ (Βαν Γκογκ) ήταν οι καλύτεροι από όλους μας, από αυτούς επηρεαστήκαμε  σχεδόν όλοι οι λεγόμενοι Ιμπρεσιονιστές.»&lt;br /&gt;Εκείνες της μακρινές εποχές – όπως φάνταζαν στο μυαλό του Πιερ Ωγκίστ – όλα λειτουργούσαν  ρομαντικά οι έρωτες, οι γνωριμίες, ακόμα και η τέχνη που υπηρετούσαν. Τώρα πια αναγνωρισμένος, πλούσιος νιώθει να έχει λιγότερα από όσα είχε τότε που ζούσε φτωχικά με μόνο έσοδο ότι πούλαγε από τους πίνακες του – και δεν ήταν και πολλοί – στην Μονμάρτη.  &lt;br /&gt;Η Μονμάρτη, εκεί που γνώρισε την Αλίν, εκεί που γνώρισε και τον άνθρωπο που τον έκανε γνωστό και πλούσιο. Και αν η Μονμάρτη ήταν η βάση του, αυτό που τον εξέλιξε ήταν τα ταξίδια στην Ιταλία, που επιτέλους ήρθε σε επαφή με τα έργα των μεγάλων δασκάλων και ειδικά του Ραφαήλ τα όποια τον επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό.&lt;br /&gt;«Όμως όλα αυτά που έχω ζήση, το ότι είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους που κατάφερα να ζω από κάτι που λατρεύω, που τα έφερε έτσι η ζωή και γνώρισα ανθρώπους που πραγματικά δεθήκαμε με δεσμούς φιλίας, που αρκετούς από αυτούς τους θυμάμαι ακόμα και σήμερα με δέος για το πόσο μεγάλη άνθρωποι ήταν το οφείλω κυρίως στον Πατέρα μου που παρ’ όλο που ήταν ένας φτωχός ράφτης είδε το ταλέντο μου και έκανε τα πάντα για να το αξιοποιήσω.»&lt;br /&gt;«Τελικά τώρα που φτάνω στο τέλος της ζωής μου και κάνω τον απολογισμό της βλέπω πως έχω πολλούς ανθρώπους να ευχαριστήσω και το κάνω με μεγάλη χαρά και σεβασμό. Το τελευταίο ευχαριστώ όμως το κράτησα για τους δυο γιούς μου που χάρη σε αυτούς κατάφερα να δω εμένα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-5701331565957616177?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/5701331565957616177/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/11/pierre-auguste-renoir.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/5701331565957616177'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/5701331565957616177'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/11/pierre-auguste-renoir.html' title='PIERRE AUGUSTE RENOIR'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-7124013020685710991</id><published>2010-10-26T01:10:00.001-07:00</published><updated>2010-10-26T01:10:49.158-07:00</updated><title type='text'>HENRI DE TOULOUSE LAUTREC</title><content type='html'>Ο κόσμος μου, ο δικός μου κόσμος, ένας κόσμος γεμάτος χρώμα, ιδέες, χαρά, ζωή. Όχι, η άσχημη σωματική μου κατάσταση δεν με εμπόδισε να γίνω όμορφος άνθρωπος. Πάντα θα θυμάμαι με όλη μου την αγάπη την Μονμάρτη, τα καμπαρέ, την Gildette Yvete, τον Aristide Bruant, την αγαπημένη μου φίλη Avril Jane, και πολλούς άλλους. Πάντα όλοι μας ήμασταν μεθυσμένοι, μεθυσμένοι από την χαρά που μας έδινε η ζωή . . . και από το πολύ ποτό βεβαίως. Πολλοί ονομάζουν αυτάρεσκα αυτήν την εποχή belle epoque, χα, μου αρέσει το όνομα "Ωραία εποχή" πράγματι είναι ωραία εποχή, γι΄αυτό ζωγράφιζα πάντα με έντονα χρώματα, πιο πολύ μου άρεσε το κόκκινο, τόνιζε την επανάσταση. Τι με κοιτάς με ερωτηματικά Jovant. Την επανάσταση του χρώματος εννοώ. Άλλωστε και εσύ έχεις δει τους πίνακες του καλού μου φίλου, του Vinsent. Αυτά τα χρώματα κανείς δεν θα τα πετύχει ξανά, απλά εμείς προσπαθούμε να τον πλησιάσουμε. Χα, χα, χα δεν θα ξεχάσω μια μέρα . . . νύχτα καλύτερα θα έλεγα. . . ή για να γίνω πιο ακριβής ξημερώματα που ήμασταν σε ένα από τα cafe cosnere, μην με ρωτήσεις ποιο δεν θυμάμαι, όπου ένας θαμώνας εκεί πρόσβαλε πολύ τον Vinsent . . . σου είπα μην με ρωτάς τι του είπε δεν θυμάμαι τίποτα, μην σου πω πως είναι πιθανό να μην του είπε και τίποτα. Και λοιπόν που λες σηκώνομαι όρθιος στέκομαι μπροστά του και τον καλό σε μονομαχία την επόμενη μέρα. Ευτυχώς για μένα, μιας και ο τύπος ήταν τεράστιος, πρέπει να με πέρναγε τρία κεφάλια σε μπόι και κάνα δυο μέτρα σε πλάτος, ζήτησε συγνώμη!! Ακόμα έχω απορία το γιατί, όμως μετά καλέ μου φίλε Jovant κάλεσα στο σπίτι μου όλους τους φίλους και φάγαμε μέχρι σκασμού. Μα ναι, άλλωστε εσύ ξέρεις πόσο πολύ μου αρέσει να μαγειρεύω για τους φίλους μου. ΩΩ μα τι θυμήθηκες τώρα φίλε μου, την επιβάτιδα στην καμπίνα 54, δεν ήταν πανέμορφη, τι τρέλα και αυτή να θέλω να την ακολουθήσω μέχρι την Σενεγάλη, για το μόνο που μετανιώνω είναι πως δεν της είπα τουλάχιστον ένα "Γειά σου τι κάνεις, με λένε Henri" Μα, μα θυμάσαι φίλε την landet Marcelle, ακόμα έχω όλα τα έργα που έφτιαξα γι΄αυτήν στο εργαστήριο μου, μου τα ζητάνε αλλά δεν τα πουλάω, ναι παράλογο αλλά ελπίζω ακόμα πως θα τα δεχτεί. Λες να τα δεχτεί; Άστο μην απαντήσεις δεν θέλω να ακούσω το όχι ας το έχω μόνο μέσα στο μυαλό μου είναι πιο ανώδυνο. Ας αλλάξουμε θέμα . . . θυμάσαι την Polaire; Ναι!!!!  Και εγώ, τι ηθοποιός, τι τραγουδίστρια, με θαυμάζει λέει αλλά ποτέ δεν θα ποζάρει για μένα, κρίμα είχα γι΄αυτήν τα καλύτερα χρώματα να δώσω. Όμως Jovant πολλά στενάχωρα μου θύμισες, τι τα θες πέρασε ο καιρός και εγώ πλέον είμαι κλεισμένος εδώ μέσα, για το μόνο που λυπάμαι είναι πως δεν θα γυρίσω ξανά στα καφέ της Μονμάρτης, να ξαναφτιάξω φαγητό για τους φίλους μου. Όχι, όχι, ξέρω φίλε μου πως δεν πρόκειται να βγω όμως δεν με πειράζει αφού ακόμα μπορώ να ζωγραφίζω, τουλάχιστον ακόμα μπορώ να αφήνω κάτι από εμένα στο μέλλον. Α . . . μάλιστα κύριε νοσοκόμε. Jovant είναι ώρα να φύγεις, θα σε περιμένω αύριο. Τι; Θα έρθεις και η La Gouloue, αυτό έπρεπε να μου το πεις από την ώρα που ήρθες. Θα σας περιμένω με χαρά, καλό βράδυ φίλε μου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-7124013020685710991?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/7124013020685710991/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/10/henri-de-toulouse-lautrec.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/7124013020685710991'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/7124013020685710991'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/10/henri-de-toulouse-lautrec.html' title='HENRI DE TOULOUSE LAUTREC'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-8935733630751761772</id><published>2010-06-25T11:27:00.001-07:00</published><updated>2010-06-25T11:27:59.396-07:00</updated><title type='text'>Oskar Claude Mone</title><content type='html'>Ο κήπος του Ζιβερνύ, ο επίγειος παράδεισος μου, ο κήπος της δικής μου Εδέμ. Όταν ονειρευόμουν ακριβώς έτσι ερχόταν στο μυαλό μου, σαν μια παλέτα γεμάτη χρώματα, σαν μια συμφωνία με όλες τις νότες μιας γιορταστικής μουσικής και όλο αυτό βγήκε από αγάπη, φαντασία, όπως και οι πίνακες μου, γιατί δεν είχα καμία γνώση κηπουρικής απλά πήρα ένα βιβλίο το ξεφύλλισα και ιδού, ο κήπος του Ζιβερνύ. Εδώ ακούω τα γέλια των παιδιών μου, εδώ ζωγραφίζω. Χμ . . . τι παράξενο που ακούγεται. Σκέφτομαι πόσοι και πόσοι ζωγράφοι που ξεκινάνε τώρα την διαδρομή τους στον υπέροχο όσο και δύσκολο χώρο της ζωγραφικής θα ζηλεύουν που μπορώ και ζωγραφίζω σε έναν τέτοιο παράδεισο. Θα λένε ¨ε βέβαια ο Μονέ τι ανάγκη έχει, όλα είναι εύκολα γι’ αυτόν, έχει χρήματα, γνωριμίες.¨ Όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Και σίγουρα δεν θα ήμουν εδώ αν δεν γνώριζα για καλή μου τύχη τον Ευγένιο Μπουντέν, σε αυτόν οφείλω αυτό που είμαι σήμερα, μου άνοιξε τα μάτια, με έμαθε να κατανοώ την φύση, να την αγαπώ. Από τότε έφυγα, όπως όλοι της γενιάς μου σχεδόν και πήγα στο Παρίσι, εκεί γνώρισα τους άλλους, τον Μπαζίγ, τον Ρενουάρ, τον Πισαρό. Θυμάμαι που τους άλλους τους χαρακτήριζαν Μποέμ, εμένα όχι ίσως γιατί φόραγα πουκάμισα με δαντελένιες μανσέτες. Μου ήρθε στο μυαλό μια συζήτηση που είχαμε με τον Ρενουάρ πριν λίγους μήνες. Καθόμασταν στο τραπέζι και είχαμε πιάσει την κουβέντα για τα παλιά, λέγαμε ότι ήταν μια περίοδο που τρώγαμε όλο φασόλια και φακές, στο τραπέζι καθόταν και ο μικρός γιος του Ρενουάρ που ρώτησε με την παιδική του αφέλεια αν τα τόσα πολλά όσπρια δεν μας έπεφταν κομματάκι βαριά. Ο Ωγκύστ απάντησε γελώντας στο γιό του πως ποτέ δεν ήταν πιο ευτυχισμένος στην ζωή του. Και είχε δίκιο, δεν υπήρξαμε πιο ευτυχισμένοι. Όμως κάτι έπρεπε να κάνω με την τέχνη που είχα αποφασίσει να υπηρετήσω, είχα πάντα στην σκέψη μου πως το θέμα που είχα μπροστά μου έχει μια δευτερεύουσα σημασία, σε αυτό που έδινα προτεραιότητα να αποδώσω ήταν αυτό το αόρατο που ζούσε και υπήρχε ανάμεσα σε εμένα και το θέμα και αυτό το κατάφερα τυχαία χάρις στην Καμίγ, την αγαπημένη μου, την απέδωσα με ένα πράσινο φόρεμα, έβγαλα αυτό ακριβώς που ένιωθα και όχι αυτό που έβλεπα, αυτός ο πίνακας ήταν η υπογραφή μου στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Αυτό βέβαια κάθε άλλο παρά πλούσιο με έκανε, έπρεπε να προσπαθήσω πιο πολύ, να μπορέσω να ανακαλύψω τα θέματα μου, έτσι χωρίς χρήματα, με την Καμίγ έγκυο, και τον μόνο άνθρωπο που με βοηθούσε οικονομικά, τον Μπαζίγ, άρχισα να δουλεύω εντατικά. Ήταν τόση η λαχτάρα μου να ζωγραφίζω που μια μέρα πήγα στην ακρογιαλιά. Έδεσα το καβαλέτο με τον μουσαμά με ένα σκοινί γιατί φυσούσε και ξεκίνησα, όμως δεν υπολόγισα καλά, ή μάλλον για να πω την αλήθεια δεν υπολόγισα καθόλου την παλίρροια έτσι ένα κύμα ήρθε άξαφνα καταπάνω μου με άρπαξε και με πέταξε στην θάλασσα μαζί με όλα τα σύνεργα της δουλειά μου. Ακόμα θυμάμαι το ύφος της Καμίγ μόλις με είδε βρεγμένο, με τους μουσαμάδες μούσκεμα και εμένα μάλλον με ένα ύφος σαν βρεγμένης γάτας. ¨Η τέχνη απαιτεί γενναιότητα από τους στρατιώτες της¨ της είπα για να δικαιολογηθώ, δεν κρατήθηκε και ξέσπασε στα γέλια. Το σωτήριο έτος του 1878 η Καμίγ κληρονόμησε κάποια χρήματα από τον πατέρα της που μας έβγαλαν για πρώτη φορά από την μιζέρια και ξεκινήσαμε να ζούμε μια πιο άνετη ζωή. Έτσι αποφάσισα να ζωγραφίζω πίνακες που ως τότε δεν ήταν – επιτρέψτε μου την έκφραση – της μόδας. Έτσι έβαλα στο μάτι τον σταθμό του Σαιν Λαζάρ, όμως πώς να τον ζωγραφίσω, ήταν ένα πρόβλημα, λόγω του ότι ήθελα τα τρένα να είναι κάπως ακίνητα, οξύμωρο ναι, ακατόρθωτο ίσως έτσι . . . ή μάλλον καλύτερα να σας αφηγηθώ την ιστορία όπως την είπε ο Ωγκύστ, που μάλιστα την ιδέα μου την θεώρησε θρασύτατη, εδώ που τα λέμε ίσως και να ήταν. ¨Φόρεσε τα καλύτερα του ρούχα, έφτιαξε τις δαντελένιες μανσέτες του και κουνώντας ανέμελα το μπαστούνι του με την χρυσή λαβή έδωσε στον εμβρόντητο διευθυντή του σταθμού την κάρτα του. Ο διευθυντής τον οδήγησε αμέσως στο γραφείο του, τον έβαλε να καθίσει και ο Μονέ του συστήθηκε με ύφος, είμαι ο ζωγράφος Κλωντ Μονέ. Ο διευθυντής δεν είχε ιδέα από ζωγραφική αλλά δεν τόλμησε να το δείξει. Ο Μονέ έξυπνος τον άφησε λίγη ώρα αμίλητο από την αμηχανία και του ανακοίνωσε τα μεγαλειώδη νέα. Αποφάσισα να ζωγραφίσω τον σταθμό σας, για πολύ καιρό προβληματιζόμουν, δεν ήξερα αν πρέπει να ασχοληθώ με τον σταθμό του βορρά ή τον δικό σας, όμως τελικά πιστεύω πως ο πιο χαρακτηριστικός είναι ο δικός σας. Δεν χρειάστηκε κάτι άλλο τα τρένα ακινητοποιήθηκαν, οι αποβάθρες έκλεισαν, οι ατμομηχανές δούλευαν για να γεμίσει ο χώρος με καπνό όπως επιθυμούσε ο ζωγράφος και ο Μονέ με δεσποτικό τρόπο εγκαταστάθηκε στον σταθμό για μέρες, απολάμβανε τον απόλυτο σεβασμό από όλους και έτσι κατάφερε να τελειώσει σχεδόν δώδεκα πίνακες.¨ Όμως η ζωή δεν είναι δυστυχώς μόνο αστεία, λίγο καιρό μετά η Καμίγ πέθανε αφήνοντας δυο παιδία και εμένα δυστυχισμένο. Ήταν ένα μεγάλο πλήγμα στην ζωή μου και στην τέχνη μου, άρχισα να ζωγραφίζω πιο αφηρημένα τοπία, πιο γκρίζα ίσως, για λίγο καιρό το φως είχε χαθεί από την παλέτα μου. Ώσπου πέντε χρόνια μετά συναντώ την Αλίς. Ανακαλύπτω πως τα θέματα που ζωγράφιζα δεν ήταν αυτά που ήταν αλλά αυτά που γινόντουσαν όταν φωτίζονταν, το φως επιτέλους φώτισε ξανά τα μάτια μου και τους πίνακες μου, έτσι δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατο της Καμίγ οι πίνακες μου βρήκαν την αναγνώριση που τους έλειπε, και εγώ το τέλος των στερήσεων και των ταπεινώσεων. Πλέον δούλευα όλο και πιο πολύ, από τις έξι το πρωί μέχρι να δύση ο ήλιος ζωγράφιζα, πολλούς πίνακες μαζί, πήγαινα από καβαλέτο σε καβαλέτο, με την ίδια παλέτα, τα πινέλα μου ήταν γεμάτα χρώματα και αυτό με γέμιζε χαρά, έκσταση, πάθος για να δημιουργήσω να μετατρέψω το απλό χρώμα σε εικόνα, να κάνω το πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα, το μπλε ουρανό, το άσπρο σύννεφο, πάλευα με το μυαλό, με την λογική, με την φαντασία, και δημιουργούσα κόσμους, τους κόσμους που βρίσκονταν κρυμμένοι ανάμεσα σε μένα και το θέμα. Όλο αυτό όμως τελικά με συνεπήρε, μάλλον έφτασα να γίνω για τους υπόλοιπους κακότροπος ή και καταθλιπτικός. Ναι μπορεί να ήταν έτσι όμως εγώ έβλεπα πλέον κόσμους μπροστά μου που ήταν έτοιμοι να τους ζωγραφίσω, κάθονταν εκεί μπροστά μου ακίνητοι και περίμεναν να πιάσω τα πινέλα, τις μαγικές ράβδους μου όπως τα έλεγα. Έφτασα στο σημείο να θεωρώ μέτρια τα έργα που δεν με ικανοποιούσαν και τα κατέστρεφα ή τα έκαιγα. Βέβαια σε αυτό έφταιγε το ότι είχα δει το πλιάτσικο που έκαναν οι έμποροι τέχνης στο εργαστήριο του φίλου μου του Μανέ, το απογύμνωσαν. Αγαπημένη μου Μπλανς, κόρη μου, μην αφήσεις να γίνουν τα έργα μου έρμαιο του κάθε φιλόδοξου έμπορου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;5 Δεκεμβρίου 1926&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσκαρ Κλώντ Μονέ&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-8935733630751761772?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/8935733630751761772/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/06/oskar-claude-mone.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/8935733630751761772'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/8935733630751761772'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/06/oskar-claude-mone.html' title='Oskar Claude Mone'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-3895971803035018758</id><published>2010-04-15T12:06:00.000-07:00</published><updated>2010-04-15T12:07:24.384-07:00</updated><title type='text'>PAUL CEZANNE</title><content type='html'>"Που είμαι; ποιος με έφερε εδώ; εγώ ζωγράφιζα, το θυμάμαι καλά πως ζωγράφιζα στην βροχή."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ησυχάστε κύριε Σεζάν, είστε άρρωστος, ευτυχώς που σας βρήκαν, δεν θυμάστε τίποτα; είχατε πέσει αναίσθητος από τον πυρετό, ήσασταν πολύ ώρα και ζωγραφίζατε κάτω από την βροχή, και το κρύο, ξεκουραστείτε, το έχετε μεγάλη ανάγκη." Τα μάτια του έκαιγαν από τον πυρετό, όμως είχε άλλες έννοιες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Σας παρακαλώ μου δίνετε ένα επιστολόχαρτο από το γραφείο μου, πρέπει να γράψω ένα γράμμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Αφήστε τα αυτά δεν πρέπει να κουράζεστε."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Γιατρέ αν ο προμηθευτής σας δεν σας είχε στείλει ένα φάρμακο που το χρειαζόσασταν εδώ και δέκα μέρες δεν θα του γράφατε, ε λοιπόν και για μένα είναι μεγάλη ανάγκη να γράψω την επιστολή αυτή, χρειάζομαι χρώματα, τα έχω παραγγείλει εδώ και δέκα μέρες και δεν έχουν έρθει." Χαμογέλασε με συγκατάβαση και του έφερε το επιστολόχαρτο μαζί με μια πένα και μελάνι. Έγραψε αμέσως, υπέγραψε και το ξανάδωσε στον γιατρό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Σας ευχαριστώ, αν έχετε την καλοσύνη μπορείτε αύριο να το δώσετε στην ταχυδρομική υπηρεσία να το στείλει."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μην ανησυχείτε, αύριο θα έχει σταλεί. Τώρα όμως κάντε μου την χάρη να ξεκουραστείτε." Τον κοίταξε με αδύναμα μάτια, ο γιατρός το είδε στο βλέμμα του, ήξερε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Θα σας κάνω παρέα αυτό το βράδυ, άλλωστε αύριο το πολύ μεθαύριο θα είναι εδώ η γυναίκα σας και ο γιος σας."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ξέρετε γιατρέ, γεννήθηκα στο Αιξ αν Προβάνς, 19 Ιανουαρίου το 1839, πριν 67 χρόνια, και αν κάνω έναν απολογισμό σε αυτά τα χρόνια μπορώ να πω πως μάλλον ήμουν τυχερός άνθρωπος, όχι όμως τολμηρός, θαρραλέος, μάλλον ήμουν δειλός. Αν δεν ήταν ο Ζολά να με παροτρύνει το πιο πιθανό ήταν να ήμουν ένας τραπεζίτης καλοζωισμένος που στο υπόγειο του σπιτιού του είχε ένα καβαλέτο για να μουτζουρώνει τα όνειρα του. Αν και δεν μιλάμε με τον Εμίλ, από πείσμα δικό μου περισσότερο, θυμάμαι ακόμα το γράμμα του που έφερε την επανάσταση στο σπίτι τον Σεζάν. Μου έγραφε, ' Μήπως η ζωγραφική είναι για σένα μόνο μια ιδιοτροπία, ένα καπρίτσιο που σε έπιασε μια ημέρα που βαριόσουν, ένα χόμπι ίσως; Αν είναι έτσι τότε μπορώ να κατανοήσω την συμπεριφορά σου, κάνεις καλά που δεν έρχεσαι σε ρήξη με την οικογένεια σου. Όμως αν νιώθεις πως η ζωγραφική είναι η πραγματική σου αποστολή - πράγμα που πιστεύω απόλυτα εγώ - αν αισθάνεσαι ότι μπορείς να τα καταφέρεις τότε είσαι απερίγραπτα απίθανος και παράλογος, μην θυμώσεις άλλα δεν έχεις δύναμη στον χαρακτήρα σου.' Και μου έγραφε κι άλλα πολλά. Τελικά την έκανα την επανάσταση μου. Ο Πατέρας μου το πήρε απόφαση πως δεν πρόκειται να τον διαδεχτώ στην τράπεζα και έτσι με έστειλε στο Παρίσι για σπουδές πάνω στην τέχνη και με μηνιαίο επίδομα 125 φράγκων. Τελικά ζωγράφιζα, κατάφερα να κάνω το όνειρο μου πραγματικότητα, αλλά πάντα, μέχρι και σήμερα, με απόρριψη. Δεν θα ξεχάσω μια κριτική που προέτρεπε τις έγκυες γυναίκες να μην έρθουν στην έκθεση γιατί θα πάθαιναν κίτρινο πυρετό αυτές και το μωρό που έχουν στην κοιλιά τους." Ο γιατρός χαμογέλασε άθελα του, αλλά αμέσως κοκκίνισε από ντροπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μην κοκκινίζετε γιατρέ, αν τους άκουγα αυτήν την στιγμή δεν θα είχαμε αφορμή για να βρεθούμε. Απλά αυτά τα σχόλια όσο και αν με πείραζαν μου έδιναν δύναμη να συνεχίσω. Το 1869 γνωρίζω την Ορτάνς, αν την δεις γιατρέ θα καταλάβεις, δεν είναι όμορφη είναι όμως η γυναίκα που παρόλο που δεν αγαπούσε την τέχνη καθόταν με τις ώρες και πόζαρε για να ικανοποιήσει εμένα, βέβαια, ξέρεις δα πως είναι οι γυναίκες, όταν γέννησε τον γιο μας εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι ενώ εγώ πηγαινοέρχομαι από εκεί στο Αιξ. Θα πρέπει να παραδεχτώ πως είμαι ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος, με πολλές και τεράστιες ιδιοτροπίες. Αν μπορώ να θυμηθώ πια εποχή ήμουν πιο ήρεμος, πιο ευτυχισμένος ήταν την εποχή που ήμουν στο σπίτι του Πισαρό, μου είχε σταθεί σαν πατέρας, τον είχα σχεδόν σαν Θεό μου όσο υπερβολικό και αν ακούγετε αυτό. Όμως και αυτός με εκτιμούσε, θυμάμαι όταν με κάλεσε να εκθέσω και εγώ κάποια έργα μου σε μια έκθεση ήρθε σε σύγκρουση με πολλά μέλη και πιο πολύ με τον Μανέ ο οποίος απέσυρε τα έργα του και έλεγε για μένα πως ήμουν ένας χτίστης που ζωγραφίζω με το μυστρί μου." Αυτήν την φορά έβαλαν και οι δύο τα γέλια, όμως τον Σεζάν τον έπιασε μια κρίση βήχα, με την βοήθεια του γιατρού συνήλθε γρήγορα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Γελάω τώρα αλλά τότε δεν γέλαγα καθόλου, μόλις το 1877 θα γράψει για μένα ο τεχνοκριτικός Ζώρζ Ριβιέρ πως ήμουν ο μόνος καλλιτέχνης της τελευταίας δεκαπενταετίας που τύπος και κοινό τον έχουν λοιδωρήσει περισσότερο από κάθε άλλων και πως δεν υπάρχει προσβλητικός χαρακτηρισμός που να μην μου έχει αποδοθεί, έγραψε όμως μεταξύ άλλων πως γι' αυτόν η ζωγραφική μου δεν έχει τίποτα το γελοίο. Συνέχισα με πείσμα ώσπου αποξενώθηκα, ναι . . . έτσι έγινε και τελικά μάλλον δεν κατάφερα να επανέλθω, ήμουν αποτραβηγμένος και μάλλον δυστυχισμένος, μόνο η ιδέα του γιου μου με έκανε να χαμογελώ. Πίστευα πως ο κόσμος δεν με έπαιρνε στα σοβαρά όχι τόσο εμένα όσο το έργο μου, όμως τώρα δείχνει κάτι να αλλάζει, ίσως να ωρίμασα. Προσπάθησα να αποδώσω την φύση το φως αλλά το φως δεν είναι κάτι που μπορεί να αναπαρασταθεί, αλλά κάτι που μπορεί να απεικονιστεί με την χρήση ενός άλλου μέσου. Του χρώματος. Και αυτό μπορούσα να κάνω καλά και αυτό έκανα." Ο γιατρός όλη αυτήν την ώρα τον άκουγε με απόλυτη προσοχή όμως είχε προσέξει πως ο ζωγράφος είχε κουραστεί πολύ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Καλύτερα να κοιμηθείτε κύριε Σεζάν"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ναι άλλα όχι τώρα, πρέπει σε κάποιον να μιλήσω, ξέρετε γιατρέ γι' αυτά δεν έχω μιλήσει σε κανέναν, και το έχω μετανιώσει, γιατί πολύ απλά αυτή ήταν η ζωή μου, τώρα στο τέλος . . ."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Δεν ήρθε κανένα τέλος"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μην προσπαθείτε να με κοροϊδέψετε γιατρέ, ξέρουμε και οι δύο τι θα γίνει, όμως ήθελα να σας πω πως έχω μετανιώσει για το ότι δεν ξαναμίλησα στον Εμίλ, τον πρώτο άνθρωπο που πίστεψε σε εμένα, και για το ότι δεν έδωσα μεγαλύτερη αγάπη στην γυναίκα μου και στον γιο μου. Αυτό γιατρέ να το θυμηθείς να το πεις."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Θα τους το πεις εσύ ο ίδιος." Ο Σεζάν αχνογέλασε και γύρισε πλευρό για να κοιμηθεί, άπλωσε το χέρι του και έπιασε την παλάμη του γιατρού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τόση ώρα σου μιλάω και δεν σε ρώτησα καν το όνομα σου . . . όμως δεν θέλω να το μάθω, είναι καλύτερα έτσι, ανώνυμος σαν άγγελος που ήρθε πάνω από το κρεββάτι του ασθενούς." Του έσφιξε το χέρι, με θέρμη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Γιατρέ μην ξεχάσεις να στείλεις αύριο την επιστολή που σου έδωσα." Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του. Η λαβή της παλάμης του ζωγράφου ξεσφύχτηκε απότομα και έπεσε αιωρούμενο στην άκρη του κρεβατιού. Ο Γιατρός του χάιδεψε το μέτωπο απαλά, είχε κιόλας ξημερώσει έπρεπε να πάει στο ταχυδρομείο. Βγήκε από το δωμάτιο την ώρα που άνοιγε η εξώπορτα και είδε μια γυναίκα και ένα νεαρό να περνάνε το κατώφλι. Τον κοίταξαν περιμένοντας κάτι να τους πει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Σας αγαπούσε πολύ και ήθελε πάρα πολύ να σας το έχει πει." Ξέσπασαν σε κλάματα, ο γιατρός έσκυψε το κεφάλι του και πήγε να στείλει την επιστολή που ο ζωγράφος ζητούσε τα χρώματα, ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ο ζωγράφος χρειαζόταν αυτά τα χρώματα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-3895971803035018758?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/3895971803035018758/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/04/paul-cezanne.html#comment-form' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/3895971803035018758'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/3895971803035018758'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/04/paul-cezanne.html' title='PAUL CEZANNE'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-6235228262865434440</id><published>2010-02-10T14:28:00.000-08:00</published><updated>2010-02-10T14:31:33.586-08:00</updated><title type='text'>HENRI EMILE BENOIT MATISSE</title><content type='html'>Άγγιξα το πόμολο με την ίδια λαχτάρα, όπως την πρώτη φορά. Άνοιξα την πόρτα, το γνώριμο της τρίξιμο με καλωσόρισε. Το άρωμα από τα χρώματα, τους καμβάδες, το χαρτί ήρθε να με προϋπάντηση.&lt;br /&gt;«Δάσκαλε; Δάσκαλε;» Δεν πήρα καμία απάντηση. Ανησύχησα. «Κύριε Ανρί εγώ είμαι ο Ζορζ.» Τίποτα. Με μικρά, μάλλον διστακτικά βήματα προχώρησα πιο μέσα. Έψαχνα με τα βλέμμα να τον βρω, η ματιά μου έπεσε σε μια πόρτα που έχασκε, σε μια πόρτα που ποτέ ξανά δεν είχα δει τι κρύβει μέσα της. Το σκοτάδι του δωματίου το έσπαγε ένα αχνό φως, μάλλον από κάποιο σπαρματσέτο. Πλησίασα με φόβο, μια σιλουέτα καθισμένη δίπλα σε ένα παλιό γραφείο δέσποζε στον μουντό χώρο.&lt;br /&gt;«Κύριε Ανρί;» Αντί για απάντηση πήρα ένα νεύμα που μου έλεγε να πλησιάσω. Καθόταν εκεί, σαν αρχαίος σοφός. Όταν έφτασα πιο κοντά είδα πως ήταν δακρυσμένος και χάιδευε ένα παλιό ξύλινο κουτί, που μάλλον κάποτε πρέπει να είχε χρώματα. Κάθισα δίπλα του και τότε σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε στα μάτια και έσπρωξε προς τα μένα το ξύλινο κουτί, που ήταν γεμάτο λεκέδες από κάθε λογίς χρώμα.&lt;br /&gt;«Τα χρώματα έχουν μια ιδιάζουσα ομορφιά, που πρέπει να διαφυλάξουμε όπως στην μουσική τα ηχοχρώματα. Είναι θέμα οργάνωσης, δομής ενός έργου να μη χαθεί η ομορφιά και η φρεσκάδα του χρώματος».&lt;br /&gt;Ο ήχος της φωνής του πάντα με μαγνήτιζε, από την πρώτη μέρα που με δέχθηκε σαν μαθητή του. Κοίταξα μια αυτόν, μια το κουτί, κατάλαβε πως ήθελα να μάθω.&lt;br /&gt;«Θα σου φανεί παράξενο, αλλά πότε δεν είχα σκεφτεί πως θέλω να γίνω ζωγράφος, μάλιστα δεν ήμουν, θα μπορούσα να πω, ούτε χαρισματικό παιδί και σίγουρα δεν είχα δείξει ποτέ ότι είχα ταλέντο για αυτήν την τέχνη που τώρα υπηρετώ. Από το 1869 που γεννήθηκα μέχρι και το 1890 οι σκέψεις μου ήταν πως θα μπορέσω, ή να συνεχίσω την δουλειά του πατέρα μου ή να γίνω δικηγόρος. Το πρώτο δεν το κατάφερα, ενώ στο δεύτερο δούλεψα σαν απλός υπάλληλος σε ένα γραφείο στο Σαιν Κεντέν. Όμως, όπως σου είπα, εκείνη την χρονιά, το 1890, αρρώστησα, όχι κάτι σοβαρό, όπως τώρα, όμως έμεινα στο κρεβάτι σχεδόν έναν χρόνο.  Η μητέρα μου, μην μπορώντας να με βλέπει να κάθομαι έτσι άπραγος, μου δώρισε αυτό το ξύλινο κουτί με τα χρώματα για να περνάω την ώρα μου. Αποδείχτηκε πως ήταν το ομορφότερο δώρο που μου έχουν κάνει ποτέ στην ζωή μου. Αμέσως τα παράτησα όλα, κάτι μέσα μου επαναστάτησε, ο δρόμος πλέον ήταν χωρίς επιστροφή, ήθελα να γίνω ζωγράφος. Μετακόμισα στο Παρίσι και αφοσιώθηκα στην ζωγραφική. Εκεί γνώρισα τον πολύ καλό μου φίλο, τον Μαρκέ, ξεκίνησα να σπουδάζω και σύγχρονος να προσπαθώ να αντιγράψω έργα των Πουσέν, Ραφαήλ, Σαρντέν, Νταβίντ.&lt;br /&gt; Στο Παρίσι την ίδια εποχή γνώρισα και την Αμελί, την γυναίκα μου. Όταν ευτύχισα να δω έργα του Βαν Γκογκ νόμισα πως πλέον όλα ξεκαθάριζαν, όμως ήξερα πως δεν ήθελα να ακολουθήσω τον Ιμπρεσιονισμό, αλλά κάτι που θα έκφραζε αυτό που εγώ είχα στο μυαλό μου για την ζωγραφική, με λίγα λόγια, δεν ήταν αυτό που ήθελα να κάνω, αν και πιστεύω πως ήμουν αρκετά κοντά σε αυτούς σαν σκέψη. Δεν μπορούσα να αντιγράψω πιστά την φύση – όπως ο Βαν Γκογκ. Αντίθετα ένιωθα την ανάγκη να την ερμηνεύσω, να την προσαρμόζω στο πνεύμα του έργου μου. Όλες οι χρωματικές συνθέσεις πρέπει να οδηγούν σε μια ζωντανή χρωματική συγχορδία, σε μια αρμονία ανάλογη με εκείνη της μουσικής σύνθεσης. Μην με κοιτάς με απορία Ζορζ, ξέρω πως δεν με έχεις ξανακούσει να μιλάω έτσι, όμως ναι, πιστεύω πως η μουσική έχει πολλές ομοιότητες με την ζωγραφική. Η αρμονία, η ψυχική ευεξία που μπορεί να σου χαρίσει μια παράσταση σε μια όπερα, την ίδια μπορεί να σου χαρίσει και ένας πίνακας. Κάθε πίνακας είναι ένα μεγαλειώδες έργο, κάθε μορφή παίρνει την θέση της στο χώρο κερδίζοντας έναν ρόλο ή πρωτεύων ή δευτερεύων . . . και αυτό είναι που έχει σημασία, αφού οι ρόλοι είναι αυτοί που καθιστούν το έργο αρμονικό και ευχάριστο. Όλα λοιπόν ξεκίνησαν από το δώρο της μητέρας μου από αυτό το ξύλινο κουτί. Στις αρχές φοβόμουνα, δεν ήξερα αν είχα διαλέξει τον σωστό δρόμο ή αν είχα κάνει ένα τεράστιο λάθος όμως ήμουν σίγουρος πως αυτό που έκανα τώρα το αγαπούσα και το έκανα με όλη μου την ψυχή. Ζωγράφιζα συνέχεια, συνέχεια, πήγαινα σε εκθέσεις, έβαζα όλον τον εαυτό μου στου πίνακες μου όμως κανείς δεν τους αγόραζε. Εν τω μεταξύ είχαν έρθει στον κόσμο η Μάργκεριτ, με τον Πιέρ, τα παιδία μου, και όπως καταλαβαίνεις τα οικονομικά μου πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Εκείνη η απελπισία ήταν που με έκανε να ακολουθήσω μια τεχνοτροπία που την είχα από καιρό μες στο μυαλό μου, να ζωγραφίζω με πιο έντονα, άναρχα χρώματα. Αυτό με έβγαλε από την αφάνεια, έγινε σάλος, οι πίνακες μου άρχισαν να πουλάνε σαν τρελοί και αυτό με έβγαλε αυτομάτως από την μιζέρια. Ήταν τόσο άναρχη αυτή η τεχνοτροπία που την ονόμασαν les fauves (Τα αγρίμια).&lt;br /&gt;Ταξίδεψα πολύ, για να μπορέσω να γεμίσω το μυαλό μου με εικόνες, να δω άλλο φως, άλλους ανθρώπους, πήγα στο Μαρόκο, στην Ταϊτή, στην Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο, στην Βρετάνη, όμως πάντα γύριζα στο Παρίσι. Είχα πια πάψει να βλέπω την ζωγραφική όπως την έβλεπαν οι παλιοί δάσκαλοι, η ζωγραφική πιστεύω δεν υπάρχει πια για να αναπαριστά ιστορικά γεγονότα, άλλωστε γι’ αυτό υπάρχουν τα βιβλία. Από την ζωγραφική περιμένω περισσότερα, θέλω ο κάθε καλλιτέχνης να εκφράζει τα εσωτερικά του οράματα. &lt;br /&gt;Μετά ήρθε ο δεύτερος πόλεμος Ζορζ, με πρόλαβε στο Παρίσι. Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Γαλλία είχα τα χαρτιά για να φύγω, και ίσως να ένιωθα καλύτερα αν έφευγα, θα ήμουν ελεύθερος, όταν όμως βρέθηκα στον δρόμο και είδα τις ατελείωτες ουρές ανθρώπων να φεύγουν από την χώρα, σταμάτησα να σκέφτομαι την φυγή, άλλωστε μόνο με το βάρος του εισιτηρίου στην τσέπη ήδη ένιωθα σαν λιποτάκτης. Σκέφτηκα πως αν φύγουμε εμείς που έχουμε μια κάποια αξία για αυτήν την χώρα τότε ποιος θα μείνει στην Γαλλία αυτές τις δύσκολες ώρες.&lt;br /&gt;Με έχεις ρωτήσει πολλές φορές τι είναι το χρώμα. Φίλε μου Ζορζ το χρώμα είναι το φως, όχι το φυσικό φαινόμενο, είναι απλά το μέσο για να εκφράσει ο καλλιτέχνης το φως που έχει μες στο μυαλό του και την ψυχή του.»&lt;br /&gt;Πήρε κοντά του πάλι το ξύλινο κουτί που πλέον ήταν γεμάτο αναμνήσεις και το έβαλε ξανά πίσω σε ένα παμπάλαιο μπαούλο. Μου χαμογέλασε, μόνο τότε κοίταξα μέσα στο δωμάτιο για να δω τι άλλο υπήρχε μέσα. Η έκπληξη γέμισε τα μάτια μου, πίνακες, γλυπτά, χαρακτικά, γκουάς, μια τεράστια γκαλερί από έργα του κλεισμένα εδώ. Γύρισα προς το μέρος που καθόταν, όμως ήδη είχε γυρίσει και έσπρωχνε τις ρόδες της αναπηρικής καρέκλας του έξω από το μυστηριώδες δωμάτιο. Τον ακολούθησα και η πόρτα έκλεισε για τελευταία φορά.&lt;br /&gt;«Ευτυχώς Ζορζ η γενιά σου δεν γνώρισε πόλεμο, όμως ο πόλεμος έχει και μια θετική πλευρά, την βαρύτητα που θα δώσει στην ζωή, ακόμη και σε εκείνους που δεν συμμετείχαν σε αυτόν, αρκεί όμως να μπορέσουν να συμμεριστούν τα συναισθήματα του απλού στρατιώτη που δίνει την ζωή του χωρίς να ξέρει το γιατί αλλά που έχει την συγκεχυμένη αίσθηση ότι αυτή η προσφορά είναι αναγκαία! Σου εύχομαι να μην γνωρίσεις ποτέ πόλεμο. Αυτό ήταν το μάθημα για σήμερα Ζορζ. Αύριο θα προσπαθήσουμε να μάθουμε κάτι άλλο, πως με τα χρώματα μπορείς να χρωματίσεις ότι θέλεις, με ότι χρώμα θέλεις, φτάνει να μπορείς αυτό να το βλέπεις με τα μάτια της ψυχής σου.»&lt;br /&gt;Η μέρα του τελευταίου μαθήματος με τον δάσκαλο μου Ανρί Ματίς ήταν στις 3 Νοεμβρίου του 1954. Το μάθημα για τα χρώματα ποτέ δεν το κάναμε. Όμως όταν πήγα για το μάθημα την άλλη μέρα, είχε αφήσει για μένα ένα γράμμα, μαζί με το ξύλινο κουτί – που το άφηνε υπό την προστασία μου – το γράμμα μέσα είχε μόνο μια επιστολή του Πικάσο για τα έργα του Ματίς.&lt;br /&gt;&lt;&lt;Το γεγονός πως σε κάποιον από τους πίνακες μου υπάρχει μια κόκκινη κηλίδα, δεν είναι και το πιο σημαντικό στοιχείο του πίνακα. Ο πίνακας φτιάχτηκε ανεξάρτητα από την όποια κηλίδα. Μπορείς να την αφαιρέσεις κι ο πίνακας συνεχίζει να υπάρχει. Στο έργο του Ματίς όμως είναι αδιανόητο να αφαιρέσεις μια κόκκινη κηλίδα – όσο μικρή και να είναι – χωρίς να καταρρεύσει αμέσως ολόκληρος ο πίνακας.&gt;&gt;   &lt;br /&gt;΄΄ΠΙΚΑΣΟ.΄΄&lt;br /&gt;Πήρα το ξύλινο κουτί και πήγα στο ατελιέ μου, έβαλα τα χρώματα μες στο κουτί και έτσι μετά και το τελευταίο μάθημα ήμουν έτοιμος για να ξεκινήσω να ζωγραφίζω τα δικά μου έργα.            &lt;br /&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-6235228262865434440?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/6235228262865434440/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/02/henri-emile-benoit-matisse.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/6235228262865434440'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/6235228262865434440'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/02/henri-emile-benoit-matisse.html' title='HENRI EMILE BENOIT MATISSE'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-1838713411523245489</id><published>2010-01-24T13:57:00.000-08:00</published><updated>2010-01-24T13:58:08.485-08:00</updated><title type='text'>AMEDEO MODIGLIANI</title><content type='html'>&lt;p class="MsoNormal"&gt;Το δεξί του χέρι χώθηκε στην τσέπη του παλτού του. Έπιασε το περίγραμμα του βιβλίου. Πόσα χρόνια τον συντρόφευε; Σχεδόν είκοσι χρόνια δεν το είχε αποχωριστεί. Το έβγαλε από την τσέπη του. Φθαρμένο, ξέφτια παντού, τα γράμματα στο εξώφυλλο ούτε καν φαινόντουσαν. Τα διάβαζε πια με δυσκολία, όμως τον ήξερε απ’ έξω. ¨Τα Άσματα του Μαλντορόρ.¨ Του Λωτρεαμόν. &lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Γέρο ωκεανέ, η τελειότητά του σφαιρικού σου σχήματος, που τόσο ιλαραίνει την αυστηρή έκφραση της γεωμετρίας, εμένα δεν μου θυμίζει παρά τα μικρά μάτια του ανθρώπου, που είναι τόσα δα, απαράλλαχτα με του αγριόχοιρου, και καταστρόγγυλα, με κείνα των πουλιών της νύχτας. Ωστόσο ετούτος, από καταβολής κόσμου περνιέται για ωραίος. Πάντως εγώ υποπτεύομαι, πως αυτό το κάνει περισσότερο από φιλότιμο, και πως πραγματικά για την ομορφιά του αμφιβάλλει. Τότε, γιατί να κοιτάζει με τόση περιφρόνηση του συνανθρώπου του την μορφή; Χαίρε ωκεανέ!» &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Γέρο ωκεανέ, τα νερά σου είναι πικρά. Έχουν την ίδια γεύση της χολής, που στάζει η κριτική στις Καλές Τέχνες, στις επιστήμες και γενικά στα πάντα. Κι αν τύχει κάποιος να είναι μεγαλοφυής, αυτοί τον βγάζουν βλάκα, και τον άλλον με το λυγερό κορμί, απαίσιο καμπούρη. Σίγουρα, ο άνθρωπος θα πρέπει να αισθάνεται έντονα την ατέλεια του, για να της κάνει τέτοια κριτική, που άλλωστε κατά τα τρία τέταρτα οφείλεται στον ίδιο. Χαίρε ωκεανέ!»&lt;span class="apple-style-span"&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Τι ωραία λόγια, σκέφτηκε. Πάντα το είχε μαζί του, πηγή έμπνευσης για τις δικές του δημιουργίες. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Όμως εκεί στο Λιβόρνο πόσο αλλιώς θα μπορούσε να ήταν η ζωή του, ή απλά να μην υπήρχε στην ζωή, αφού μόλις δεκαέξι χρονών ήταν που πέρασε δυο σοβαρές αρρώστιες, η μια από αυτές, η φυματίωση, αυτή που τον ταλαιπωρούσε και τώρα. Αυτή ήταν η μοίρα που τον οδήγησε στην ζωγραφική, η άσχημη υγεία του. Το παραλήρημα, το ταξίδι στην Ρώμη, στην Νεάπολη, στο Κάπρι. Εκεί γνώρισε τους μεγάλους Ιταλούς δασκάλους, εκεί αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο της τέχνης. &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Ναι, έφυγα μόλις στα είκοσι δύο μου χρόνια για το Παρίσι, μετά από πέντε χρόνια μαθητείας στην Φλωρεντία, και στην Βενετία. Έχω μετανιώσει που δεν έχω έστω ένα από αυτά τα έργα που έκανα εκεί, ή τα κατέστρεφα, ή κάποια, ελάχιστα, τα χάρισα στον φίλο μου τον Γκίλια, και δεν έχω ιδέα τι τα έκανε. Τότε, λίγο πριν φύγω για Παρίσι, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν, πως αυτό που αναζητούσα δεν ήταν να δω το πραγματικό ούτε το μη πραγματικό, αλλά μάλλον ήθελα να αντικρίσω το υποσυνείδητο, το μυστήριο του ενστικτώδους.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Μάλλον ο Μαξ . . . ποιος Μαξ θα μου πείτε! Ο Μαξ Ζακόμπ, το έλεγε όσο πιο σωστά μπορούσε, για το ποιος ήμουν και τι έκανα. Έλεγε στις παρέες τότε στο Παρίσι της Μονμάρτης και του Μοντιαρνάς, το Παρίσι των Μποέμ: &lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt; &lt;/span&gt;Για τον Ντεντό (εγώ) τα πάντα στρέφονταν γύρω από την καθαρότητα στην τέχνη. Η ανυπόφορη υπεροψία του, η αμείλικτη αχαριστία του, η αλαζονεία του, όλα αυτά δεν εξέφραζαν παρά μονάχα τη λαχτάρα του για κρυστάλλινη καθαρότητα, μια απόλυτη εντιμότητα απέναντι στον εαυτό του, τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη, που δεν απέκλειε την εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλλαν. Ήταν προσβλητικός αλλά και εύθραυστος σαν γυαλί- ή μάλλον, τόσο απάνθρωπος όσο και το γυαλί.» &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Παράξενα λόγια, όμως τόσο αληθινά, έβλεπα παντού τέχνη, παντού χρώματα και σχήματα, δεν ήθελα να αντιγράψω, ήθελα μόνο να αποδώσω αυτό που ένιωθα, σαν τον Ρέμπραντ, τον Φρανς Χαλς. &lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt; &lt;/span&gt;Ελπίζω να το κατάφερα.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Βέβαια πάντα έλεγα – χαριτολογώντας - στους πολύ σημαντικούς ανθρώπους που γνώρισα τότε στο Παρίσι, λίγα χρόνια πριν τον πόλεμο, στον Πικάσο, τον Ζακόμπ, τον Σαλμόν, τον Κοκτώ, τον Ριβέρα, και άλλους, πως:&lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt;  &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt; &lt;/span&gt;Τα έργα τέχνης είναι προϊόν ενός περίπλοκου συστήματος κοινωνικής αλληλεπίδρασης μεταξύ καλλιτεχνών, πατρώνων, κριτικών, και ενός όσο το δυνατόν ευρύτερου κοινού.» &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Δεν ξέρω αν συμφωνούσαν, όμως όλοι κούναγαν το κεφάλι τους. Με συμπαθούσαν πιστεύω, ο Λούντβιχ Μάιντνερ μου έλεγε πως ήμουν ο αριστοκράτης τους, και ο τελευταίος αληθινός μποέμ. Δεν ξέρω αν πρέπει να συμφωνήσω γι’ αυτόν τον τίτλο αν και μπορώ να πω πως με κολακεύει.» &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Αυτή είναι ίσως η χειρότερη κρίση φυματίωσης που έχω περάσει, εύχομαι να την γλυτώσω, πρέπει να τηρήσω την υπόσχεση μου στην Ζαν, την γυναίκα που τελικά αγάπησα και με κατάλαβε, την γυναίκα που μαζί της έχω και ένα παιδί. Όμως σε φώναξα εδώ επειδή λένε πως δεν έχω ποτέ γράψει για μένα, σου λέω αυτά τα λόγια για να τα γράψεις, μήπως είναι και τα τελευταία μου.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Ζωγράφισα πορτρέτα, σκάλισα σε πέτρα προσπαθώντας να έχω ένα ύφος αρχαϊκό, ξαναγύρισα στην ζωγραφική με γυμνά. Όσο θυμάμαι τι είχε γίνει τότε, μου μετέφεραν την δικαιολογία, του διοικητή του τμήματος της περιοχής, που έκλεισαν την μοναδική ατομική μου έκθεση ως τώρα, ¨τα γυμνά του κύριου Μοντιλιάνι έχουν τρίχες στην ήβη.¨ &lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt; &lt;/span&gt;Χα, χα, να είναι καλά, κατάφερε να μου μεταφέρει την ονειρική εικόνα κάθε αστυφύλακας να κουβαλάει και από μια γυμνή καλλονή στα χέρια.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Πριν ένα χρόνο τελικά τα κατάφερα, Άγγλοι συλλέκτες άρχιζαν να αγοράζουν τα έργα μου, επιτέλους κάποιοι κατάλαβαν αυτό που είχε δει ο Κοκτώ στους πίνακες μου και έγραψε γι’ αυτό: Οι καμπύλες γραμμές του, συχνά τόσο λεπτές και αχνές ώστε να μοιάζουν σαν φαντάσματα γραμμών, κινούνται με την ευκαμψία και την χάρη σιαμέζικης γάτας, χωρίς να κινδυνεύουν ποτέ να γίνουν παχιές ή αδέξιες. Και αν στο τέλος τα μοντέλα του αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους, αυτή η ομοιότητα δεν είναι άλλο παρά το πρόσχημα του ζωγράφου για να επιβεβαιώσει την εικόνα που έχει στο μυαλό του. Και δεν εννοούμε μια πραγματική απτή εικόνα, αλλά το μυστήριο της ίδια του της ιδιοφυίας.» &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Ούτε εγώ δεν θα το έγραφα καλύτερα. Και επιτέλους έχω αρχίσει να βγάζω και χρήματα.» &lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;«Κουράστηκα λίγο, συγχώρεσε με, γράψε το τέλος όπως θέλεις καλύτερα, πρέπει να ξεκουραστώ, σ’ ευχαριστώ που ήρθες.»&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Ξημέρωνε 24 Ιανουαρίου του έτους 1920, άφησε το βιβλίο που κρατούσε πάντα στην δεξιά του τσέπη στο πάτωμα και έγειρε λίγο να ξεκουραστεί. Μια κρίση βήχα τον έκανε να δακρύσει. Βγήκα από το δωμάτιο κρατώντας τα Άσματα του Μαλντορόρ, ο γιατρός με την Ζαν όρμησαν μέσα κλείνοντας την πόρτα. &lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Γέρο ωκεανέ, καθόλου δεν είναι απίθανο απ’ ότι κρύβουνε οι κόρφοι σου, να είναι ωφέλιμο για το μελλοντικό καλό του ανθρώπου. Ως τώρα, του έδωσες τη φάλαινα, αλλά δεν την αφήνεις εύκολα στ’ άπληστα μάτια των φυσικών επιστημών να μαντέψουν τα χίλια μυστικά που διέπουν την ιδιαίτερη οργάνωσή σου: συ, είσαι μετριόφρων. Δεν μοιάζεις του ανθρώπου, που συνεχώς καυχιέται για τιποτένια πράγματα. Χαίρε ωκεανέ!&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;Πήγα τις σελίδες του βιβλίου στο τέλος που είδα να γράφει: ΑΜΕΝΤΕΟ ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ, ένα όνομα ποιητικό σαν ελεγειακή μελωδία. &lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="mso-spacerun:yes"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/p&gt;  &lt;p class="MsoNormal"&gt;&lt;o:p&gt; &lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-1838713411523245489?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/1838713411523245489/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/01/amedeo-modigliani.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/1838713411523245489'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/1838713411523245489'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/01/amedeo-modigliani.html' title='AMEDEO MODIGLIANI'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-3332751473321919688</id><published>2010-01-08T02:00:00.000-08:00</published><updated>2010-01-08T02:01:21.757-08:00</updated><title type='text'>PAUL GAUGUIN</title><content type='html'>«Αγαπητέ μου φίλε Πωλ. Αυτόν τον καιρό θεωρείσαι ένας εξαίρετος, ένας υπέροχος καλλιτέχνης, που στέλνει τα παράξενα, αλλά απαράμιλλα έργα του από τον Ειρηνικό Ωκεανό – δημιουργίες ενός σπουδαίου ανθρώπου, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο, έχει εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο. Απολαμβάνεις τιμές νεκρού. Έχεις διαβεί το κατώφλι της ιστορίας της τέχνης. Ο φίλος σου και θαυμαστής σου Ντανιέλ Ντε Μονφρέ.»&lt;br /&gt;8 Απριλίου 1903 Παρίσι.&lt;br /&gt;Δίπλωσα το γράμμα μέσα στην χούφτα μου χαμογελώντας με πίκρα για την ειρωνεία της τύχης. «Απολαμβάνεις τιμές νεκρού.» Που να γνώριζε ο Ντανιέλ πως μετά έναν μήνα που θα έφτανε το γράμμα του ο φίλος μας ο Πωλ θα ήταν νεκρός.&lt;br /&gt;Δυο μέρες τώρα χωρίς τον Πωλ κάθομαι εδώ μέσα στην καλύβα του, τον οίκο της απόλαυσης όπως του άρεσε να την λέει, και θυμάμαι τις περιπέτειες που ζήσαμε μαζί ή αυτές που του άρεσε να μου διηγείται όταν ζωγράφιζε. Πήρα ένα κομμάτι καμβά και έγραψα πάνω εκεί μια απάντηση στο Ντε Μονφρέ.&lt;br /&gt;Άργησε, όμως ήρθε η στιγμή. Είχε αποφασίσει να ζήσει την ζωή, γκρίνιαζε βέβαια, σαν γνήσιος καλλιτέχνης.&lt;br /&gt;Η στιγμή που τον επηρέασε σημαντικά την ζωή του ήταν τα χρόνια στο Περού, εκεί βρέθηκε από τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε επαφή με το πρωτόγονο, νομίζω, αν μπορώ να ξέρω τι γινόταν μες στο μυαλό του, πως έψαχνε έναν νέο παράδεισο που θα μπορούσε να τον δείξει σε όλους μέσω της ζωγραφικής του.&lt;br /&gt;Συνέχισε να ψάχνει, από το 1848 που γεννήθηκε μέχρι το 1871 ταξίδευε, άλλες φορές σαν επιβάτης άλλες σαν ναυτικός. Όμως κάτι έλειπε. Τον θυμάμαι να αναπολεί με πίκρα την οικογένεια του. Όσο και αν στο τέλος της ζωής του έλεγε πολλά εναντίον της Μέτε – τον είχε επηρεάσει και ο θάνατος του γιού του Κλοβίς - αυτή τον αγαπούσε, δεν παντρεύτηκε άλλον, αν και ο Πωλ δεν ήταν ποτέ εκεί για να βοηθήσει ή χρηματικά ή σαν πατέρας, και πάντα προσπαθούσε να τον βοηθήσει όπως αυτή νόμιζε πως είναι το σωστό.&lt;br /&gt;Όταν γνώρισε τον Σουφενέκερ όλα άλλαξαν, βρήκε αυτό που έλειπε, πλέον είχε βρει τον τρόπο να χρωματίσει τα όνειρα του, τις σκέψεις του.&lt;br /&gt;Από την πρώτη κιόλας στιγμή, θυμάμαι να μου λέει, πίστευε πως αυτό ήταν τελικά το μέσο που μπορούσε να εκφραστεί. Άλλωστε πάντα έλεγε «Είμαι σπουδαίος ζωγράφος και το ξέρω καλά.»&lt;br /&gt;Η πρώτη του φυγή ξεκινάει μετά την ένθερμη υποδοχή ενός πίνακα του. Αφήνει την δουλειά του και φεύγει για την βρετάνη, έψαχνε να βρει τα χρώματα, την έμπνευση. Το ίδιο προσπάθησε να βρει και στην Αρλ όταν μετακόμισε για να συναντήσει τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Όμως εκεί δεν ήταν αυτό που έψαχνε. Όπως έγραψε σε ένα από τα γράμματα του ο Βίνσεντ, ο Γκωγκέν ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν γινόταν αποδεκτός και υπέφερε. «Ο κόσμος δεν τον καταλαβαίνει ακόμα και υποφέρει που δεν πουλάει τίποτα αλλά αυτό συμβαίνει και σε άλλους αυθεντικούς καλλιτέχνες.» Τελικά μόλις δυο μήνες έμεινε εκεί. Το είχε αποφασίσει θα έφευγε στους Τροπικούς.&lt;br /&gt;Στο Παρίσι στο καφέ volpini τον γνώρισα και εγώ, δυο χρόνια μετά φεύγει για Ταϊτή, μαζί τον ακολουθάω και εγώ. Τον έβλεπα να ζωγραφίζει, προσπαθούσε να φέρει με την ζωγραφική του πιο κοντά τους Ιθαγενείς της Ταϊτής με την κουλτούρα του Παρισιού, συγχρόνως γράφει και το βιβλίο του Νοά, Νοά. Ξαναγυρνάει στο Παρίσι αφού τα χρήματα που έβγαζε δεν το έφταναν. Όμως μετά την αποτυχημένη, για δεύτερη φορά, έκθεση του φεύγει για πάντα από την Γαλλία.&lt;br /&gt;Τον περίμενα, κατέβηκε σκυθρωπός, με κοίταξε λέγοντας μου. « Θα αφήσω την τελευταία μου πνοή εδώ, στην γαλήνια καλύβα μου, ξέρω πως έχω διαπράξει τεράστια λάθη, ας είναι! Το ίδιο έκανε και ο Μιχαήλ Άγγελος. Μόνο που εγώ δεν είμαι Μιχαήλ Άγγελος.»&lt;br /&gt;Συνέχισε να μιλάει έτσι και να κατηγορεί συνέχεια τον εαυτό του, όμως αυτή η ψυχική διάθεση κατάφερε να τον κάνει καλύτερο στην ζωγραφική του. Άρχισε να αγαπάει τους Ιθαγενείς του. Τον άκουγα να λέει γι’ αυτούς χαρακτηριστικά. «Είναι ευγενικοί μέχρι βλακείας και εντελώς ανίκανοι για σκοπιμότητες.» Τελικά πέθανε ανάμεσα σε αυτούς που τον αγαπήσανε πολύ. Δεν θα μπορούσα να μην γράψω δυο πράγματα πριν κλείσω φίλε μου Ντανιέλ.  Το πρώτο είναι μια συνομιλία με τον Χοτέφα, έναν ντόπιο που του είπε πως πρέπει να είσαι άγριος ή παιδί για να πιστεύεις πως ότι ένας καλλιτέχνης επιτελεί χρήσιμο έργο.  Όμως ο Πωλ, όπως μου είπε, δεν είχε πιστέψει την εκτίμηση του Χοτέφα. Μάλλον απ’ ότι κατάλαβα εγώ επειδή ίσως ήταν ένα άγριο παιδί. Το άλλο φίλε μου Ντάνιελ είναι, και να το μεταφέρεις όπως ακριβώς το γράφω, όταν ο Πωλ άφησε την τελευταία του πνοή μες στην καλύβα του οι ντόπιοι θρηνούσαν λέγοντας. «Ο Γκωγκέν είναι νεκρός. Χαθήκαμε!»&lt;br /&gt;Αυτές ήταν οι αναμνήσεις που ήρθαν στο μυαλό μου αβίαστα και στα έγραψα για να έχεις μια εικόνα του φίλου μας του Πωλ Γκωγκέν. Εύχομαι να σε βρει το γράμμα του με υγεία.&lt;br /&gt;10 Μαίου 1903 Ατουάνα&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-3332751473321919688?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/3332751473321919688/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/01/paul-gauguin.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/3332751473321919688'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/3332751473321919688'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2010/01/paul-gauguin.html' title='PAUL GAUGUIN'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-3222340936079261997</id><published>2009-12-10T12:49:00.000-08:00</published><updated>2009-12-10T12:50:13.914-08:00</updated><title type='text'>Κωνσταντίνος Μπρουμίδης ο Έλληνας Μιχαήλ Άγγελος</title><content type='html'>Ένας ξεχασμένος Έλληνας, ο Κωνσταντίνος Μπρουμίδης, ζωγράφισε τις τοιχογραφίες στο Καπιτώλιο. Εκεί τον τιμάνε, εμείς τον μάθαμε πριν λίγα χρόνια. Παρακάτω υπάρχουν δυο ομιλίες του 1880 και του 2005, εκατόν εικοσιπέντε χρόνια μετά &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ομιλία του γερουσιαστή Voorhees στην γερουσία μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Μπρουμίδη την 24ην Φεβρουαρίου 1880: “ Θα μου επιτρέψετε να κάνω μικρή μνεία της θαυμαστής ιδιοφυΐας, που επί τόσο πολύ χρόνο, τόσο ευγενικά και τόσο ωραία είναι συνυφασμένη με το Καπιτώλιο. Πέθανε φτωχός, χωρίς να έχει ούτε αρκετά χρήματα για να ταφεί το εξασθενημένο κορμί του, και εν τούτοις πόσο πλούσια κληρονομιά άφησε στην παρούσα, και στις μέλλουσες γενεές !!! Σχεδόν περισσότερο του ενός τετάρτου του αιώνα επέρασε ανάμεσα σ΄ αυτούς τους τοίχους, από το υπόγειο μέχρι τον θόλο, αφήνοντας δημιουργίες αθάνατης ομορφιάς, οπουδήποτε ακούμπαγε το χέρι του. Οπουδήποτε στάθηκε μπροστά σε ένα πανό ή σ΄ οποιοδήποτε μέρος του ταβανιού αιωρείτο, εκεί αναπηδούσαν οι λαμπερές δημιουργικές μορφές του γόνιμου και γιομάτου μόρφωση εγκεφάλου του. Ο Μπρουμίδης κατά τις ημέρες του θανάτου του ασχολείτο με εκείνο που θεωρούσε το μεγαλύτερο έργο της ζωής του. Με την μαγική δύναμη της μεγαλοφυΐας του ζωγράφιζε στο θόλο του Καπιτωλίου τις πολύ πολύχρωμες σελίδες της Ιστορίας. Πολύ σύντομα κάποιο μνημείο, σε κάποια κατάλληλη θέση στο Καπιτώλιο θα στηθεί στην μνήμη του. Ωστόσο, δεν έχει καμιά αξία, εάν εμείς ή εκείνοι που θα έλθουν μετά από εμάς δεν κάνουμε κάτι για να διαιωνίσουμε την μνήμη του. Την δουλειά αυτή την κάνουν οι τοίχοι του Καπιτωλίου και όσο αυτοί θα στέκονται όρθιοι όχι μόνον θα διατηρούν το όνομα του καλλιτέχνη αυτού πάντοτε νωπόν, αλλά και θα το μεγαλώνουν ..“.&lt;br /&gt;Ομιλία στο καπιτώλιο για τα 200 χρόνια από την γέννηση του Κωνσταντίνου Μπρουμίδη.&lt;br /&gt;Στην συνέχεια, μίλησε η Γερουσιαστής Χίλαρι Κλίντον, που διακήρυξε: «Ο Κωνσταντίνος Μπρουμίδης είναι ο Μιχάηλ Άγγελος του Καπιτωλίου και βιώνουμε σήμερα την αποθέωση των έργων του» αναφερόμενη αργότερα και στην Ελληνική του καταγωγή.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-3222340936079261997?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/3222340936079261997/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/12/blog-post.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/3222340936079261997'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/3222340936079261997'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/12/blog-post.html' title='Κωνσταντίνος Μπρουμίδης ο Έλληνας Μιχαήλ Άγγελος'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-1455675044710315502</id><published>2009-12-02T13:45:00.000-08:00</published><updated>2009-12-02T13:46:26.168-08:00</updated><title type='text'>Rembrandt Harmenszoon Van Rijn</title><content type='html'>Η βαριά σκιά μια φιγούρας, πλανιόταν μες στο δωμάτιο που φωτιζόταν αμυδρά από τρία μισολιωμένα κεριά. Ένα φύλλο χαρτί έλαμπε σαν λαμπρό φως μες στην μουντάδα. Έκατσε σε μια καρέκλα που βρισκόταν εκεί δίπλα, πήρε στα χέρια της το κιτρινισμένο χαρτί, τα γράμματα της ήταν οικεία.&lt;br /&gt;&lt;&lt;Αγαπημένη μου Κορνιλία,  μονάκριβη μου κόρη. Σε φαντάζομαι τώρα που γράφω αυτό το τελευταίο γράμμα να κάθεσαι εδώ, στην καρέκλα, να διαβάζεις ενώ ταυτόχρονα τα μοναδικά πράγματα που σου κρατάνε συντροφιά είναι οι πίνακες μου. Ξέρω πως ποτέ δεν σε πλησίασα όσο θα ήθελες, πάντα έβρισκα δικαιολογία ότι δημιουργούσα, όμως η αλήθεια είναι πως φοβόμουν. Όλοι με θεωρούσαν έναν τυχερό άνθρωπο, βλέπεις ήμουν προικισμένος με ταλέντο από την φύση, ήμουν πλούσιος, και όλα αυτά έγιναν όταν είχε αρχίσει και το Άμστερνταμ να γίνετε μια πρωτεύουσα του κόσμου ένα τεράστιο λιμάνι, ήμουν πια ένας διάσημος ζωγράφος με καθαρά δικιά μου προσωπική τεχνοτροπία. Πράγματι όλοι έλεγαν πως στους πίνακες μου, εγώ κατεύθυνα το χρώμα όπως ήθελα, πως ήμουν γνώστης της ψυχής των ανθρώπων, πως ενώ οι άλλοι ζωγράφιζαν στα πρόσωπα μάσκες βασιλιάδων και ηρώων εγώ κοίταζα πίσω από την πόζα και έβλεπα την ψυχή. Πως είχα αυτό που λένε την επαφή με κάτι αιώνιο και αυτό ήταν η τέχνη. Και ξέρεις μπορεί να είχαν και δίκιο, αν και ποτέ δεν έφυγα από την Ολλανδία κατάφερα και γνώρισα και προπάντων κατανόησα τους Ιταλούς δασκάλους. Όμως αυτή είναι μια πρώτη ματιά, δυστυχώς δεν ήμουν τυχερός, έχασα την γυναίκα που αγαπούσα νωρίς ενώ λίγα χρόνια πιο πριν είχα χάσει και τρία από τα τέσσερα παιδία μου, αυτό μου κόστισε και έφερε μια αλλαγή στα έργα μου που δεν άρεσε στους αριστοκράτες πλέον γόνους των οικογενειών του Άμστερνταμ, φάνταζα οπισθοδρομικός, ήθελαν πια αγνότητα και ομορφιά στους πίνακες δεν τους άρεσε η αλήθεια, αυτό έφερε μέσα σε λίγα χρόνια και τον επαγγελματικό μου θάνατο. Όπως ξέρεις σε αυτά τα λίγα χρόνια έχασα τα πάντα, όμως πριν ένα χρόνο έχασα και τον γιο μου τον Τίτο. Λύγισα . . . θα ήθελα να γυρίσω για μια στιγμή στο Λάϊντεν, δεν πειράζει η ζωή δεν μου τα έφερε ποτέ όπως τα ήθελα αν και δεν μπορώ να την κατηγορήσω αφού μου πρόσφερε πολλά. Πλέον είσαι η μόνη κληρονομία μου και σου αφήνω όλα τα έργα μου που θα βρεις μέσα σε αυτό το σπίτι. Σε φιλώ με αγάπη ο πατέρας σου.&gt;&gt;&lt;br /&gt;ΡΕΜΠΡΑΝΤ  ΧΑΜΕΡΣΟΟΝ  ΒΑΝ  ΡΕΙΝ.&lt;br /&gt;Η κοπέλα τύλιξε το χαρτί καλά το έβαλε προσεχτικά μες στον κόρφο της και φεύγοντας έσβησε τα τρία κεριά που έκαιγαν. Το φώς μες στο δωμάτιο έπαψε να ζει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-1455675044710315502?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/1455675044710315502/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/12/rembrandt-harmenszoon-van-rijn_02.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/1455675044710315502'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/1455675044710315502'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/12/rembrandt-harmenszoon-van-rijn_02.html' title='Rembrandt Harmenszoon Van Rijn'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-2431941211243807672</id><published>2009-11-26T13:30:00.000-08:00</published><updated>2009-11-26T13:31:02.930-08:00</updated><title type='text'>CARAVAGGIO</title><content type='html'>Θολά, είναι θολά δεν βλέπω, γιατί δεν βλέπω, τι μου συμβαίνη; Είστε πολύ άρρωστος κύριε. Του απάντησε μια νοσοκόμα. Άρρωστος; Πόσο καιρό είμαι εδώ; Μέρες πολλές, είχατε πυρετό, σας βρήκαμε στην παραλία αναίσθητο. Μα ναί, θυμάμαι, το πλοίο, έχασα το πλοίο για Ρώμη, είχε μέσα όλους του πίνακες μου, πρέπει να σηκωθώ. Έβαλε όση δύναμη είχε όμως το σώμα του ήταν βαρύ σαν μολύβι. Μα τι έχω; Ρώτησε την νοσοκόμα. Είστε πολύ άρρωστος δεν έχετε δυνάμεις να σηκωθήτε. Ξαπλώστε και ξακουραστείτε. Συνέχιζε να βλέπει θολά, έκλεισε τα μάτια για να δει τον κόσμο όπως τον είχε ζωγραφίσει. Του πέρασε από το μυαλό όλη η ζωή του. Το χωρίο που μεγάλωσε στην Λομβαρδία, τον θάνατο του Πατέρα του και του θείου του από την πανούκλα, την μάνα του που προσπάθησε να μεγαλώσει πέντε παιδία μέσα στην φτώχεια. Όλα αυτά τον άλλαξαν τον έκαναν ατίθασο, δύστροπο, ιδιόρυθμο, να αποπνέει φόβο στους γύρω του, όμως ήταν και επαναστάτης, χλεύαζε την εξουσία, ήταν εγωιστής, ήξερε από την αρχή πως ήταν ανανεωτής, ριζοσπάστης, καυχιώταν για την πρωτοτυπία του. Έλεγε πάντα πως οι άνθρωποι είναι ωραίοι όταν είναι αληθινοί, και υπάρχουν στην τέχνη μόνο όπως υπάρχουν στην ζωή. Το μυαλό του πλανιώταν πότε από εδώ πότε από εκεί. Σημάδια κούρασης αν και μόλις τριαντα εννέα ετών. Θυμηθηκε πάλι το Καραβάτζιο δεν μπόρεσε να ξαναγυρίσει εκεί. Άλλωστε η μοίρα του ήταν αυτή τελικά, όπου πήγαινε να μην μπορεί να γυρίσει, και αν τυχών γύρναγε, όπως έγινε στην Νάπολι, κάποιοι ήταν εκεί να τον περιμένουν, και όχι πάντα με καλές διαθέσεις. Αυτός, ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο. Ο μεγαλύτερος θρησκευτικός ζωγράφος της εποχής του, ο καλύτερος μεταξύ ζωντανών και νεκρών, ο ιππότης του Αγίου Ιωάννη της Μάλτας προσπαθούσε να γυρίσει στην Ρώμη ύστερα από 4 χρόνια φυγής και εξορίας, επείδη σκότωσε τον Τομασσόνι, αυτό το κάθαρμα, και τελικά μάλλον δεν θα τα κατάφερνε, ένιωθε τον πυρετό να τον λυγίζει σιγά σιγά. Ζωγράφισα τέλεια, είμαι σίγουρος γι' αυτό, όμως δεν υπέγραψα ποτέ τα έργα μου, όχι, όχι, λάθος, έχω υπογράψει το μεγαλύτερο μου, τον αποκεφαλισμό του Αγίου Ιωάννη του βαπτιστή. Τα μάτια του κλείσαν εικόνες γύριζαν μες στην μνήμη του όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι που είχε επιλέξει για μοντέλα του και τους είχε κάνει αγίους στους πινακές του. Θυμήθηκε τον άρρωστο Βάκχο. Τελευταία του θύμηση ήταν ο Δαυίδ και ο Γολιάθ. Δυο αυτοπροσωπογραφίες σε έναν πίνακα, ο νέος του εαυτός, και ο παλιός που είχε χάσει την μάχη. Αυτό το μήνυμα ήθελε να δώσει στον Πάπα που του είχε δώσει χάρη, με αυτόν τον πίνακα. Όμως δεν πρόλαβε όλα είχαν σκοτεινιάσει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-2431941211243807672?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/2431941211243807672/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/11/caravaggio.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/2431941211243807672'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/2431941211243807672'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/11/caravaggio.html' title='CARAVAGGIO'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-8589049466460254838</id><published>2009-11-22T03:24:00.000-08:00</published><updated>2009-11-22T03:25:25.375-08:00</updated><title type='text'>Sleuth</title><content type='html'>ΣΛΟΥΘ! Δυο γενιές αρχίζουν να παλεύουν. Στην αρχή με τις λέξεις, με την σιγουρία που τους δίνουν τα χρόνια τους. Ο ένας μεσήλικας έμπειρος της ζωής, φοβισμένος λίγο ίσως από τις αλλαγές, ο άλλος νέος με το μέλλον μπροστά του φοβισμένος και αυτός μήπως οι αλλαγές τον αφήσουν πίσω. Η σχέση του νέου άντρα με την γυναίκα του άλλου είναι απλός η αφορμή για να ξεκινήσει το παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που βγάζει γέλιο, πραγματικά γελάς με την ψυχή σου όταν ξαφνικά το αθώο παιχνίδι αρχίζει να παίρνει τραγικές διαστάσεις. Πλέον αρχίζει το γέλιο να χάνεται, το χαμόγελο παγώνει, το δάκρυ ξεκινάει να αγγίζει την άκρη του ματιού και τρέχει. Το παιχνίδι αν και σου αφήνει την εντύπωση πως τελειώνει με έναν θάνατο σε επαναφέρει στην εύθυμη διάθεση μερικά λεπτά αργότερα όταν βλέπεις πως όλα ήταν μια φάρσα, όμως συνεχίζεται με νικητή αυτήν την φορά τον νεαρό άντρα. Τα συναισθήματα ξανά αλλάζουν στρατόπεδο, ο κόμπος στον λαιμό  επανέρχεται.  Ισοπαλία λοιπόν; Όχι ο νέος δεν ανέχεται την ισοπαλία θέλει να κερδίσει θέλει να εκδικηθεί, πράγματι κερδίζει, είναι ένας άριστος παίχτης που κερδίζει την εκτίμηση του άλλου, τον καλεί να ζήσουν μαζί να παίξουν μαζί είναι διατεθυμένος να υποστεί τα πάντα για τον "έρωτα" που νιώθει. Εξεφτελίζεται, πέφτει από το βάθρο του, πέφτει πιο χαμηλά από όσο θα μπορούσε να φανταστεί και ο ίδιος όμως δεν τον πειράζει μέχρι την απόρριψη. Εκεί το παιχνίδι τελειώνει έρχεται ο θάνατος γιατί τελικά κανείς δεν θέλει να βγει χαμένος. Ο νέος άνδρας κείτεται νεκρός, ενώ ο άλλος στέκεται στην σκηνή μακάβρια μόνος, απογοητευμένος, προδομένος, ανήμπορος πλέον να δεχτεί πως μπορεί να έρχεται κάποιος να πάρει τα ινία της ζωής χωρίς αυτός να συμμετέχει. Εκπληκτικός ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, ρεσιτάλ ηθοποιίας από τον Γιώργο Κιμούλη.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-8589049466460254838?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/8589049466460254838/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/11/sleuth.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/8589049466460254838'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/8589049466460254838'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/11/sleuth.html' title='Sleuth'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-4739937709516177956</id><published>2009-11-17T13:10:00.000-08:00</published><updated>2009-11-17T13:11:38.936-08:00</updated><title type='text'>BINCENT VAN GOGH</title><content type='html'>Η ματιά του είχα καρφωθεί στον ορίζοντα, τα πινέλα στα χέρια του παιχνίδιζαν πάνω στον καμβά με απίστευτη ταχύτητα. Λίγο φθαλικό μπλέ μαζί με πρωσικό και κίτρινο ώχρα, τα δέντρα απόφάσισε να τα κάνει γκρι. Μες στο μυαλό του έπαιζαν όλα τα χρώματα χωρίς να υπάρχουν δεσμεύσεις, μπορούσε να ζωγραφίσει τα πάντα με ότι χρώμα του έκανε κέφι, με ότι χρώμα έβλεπε με τα δικά του μάτια, τον ουρανό, τα σύννεφα, τα δέντρα. Θύελες, θύελες μαίνονταν μες στην ψυχή του. Προσπαθούσε να τις βγάλει έξω, προσπαθούσε με πολλούς τρόπους. Αν και ένιωθε ένας απλός άνθρωπος, κάποιες στιγμές και αποτυχημένος προσπαθούσε, προσπαθούσε να δείξει ότι ακόμα και ένας απλός άνθρωπος έχει κάτι να πει. Στις αρχές βρήκε διέξοδο μιλώντας, έγινε ιεροκύρηκας όμως ανακάλυψε πως δεν ήταν εκεί το ταλέντο του, μετά σαν έμπορος τέχνης απότυχε. Αποτυχημένος ιεροκύρηκας, αποτυχημένοι ερωτές. Έπρεπε να ξεφύγει, έπρεπε να βρει τον τρόπο να βγάλει αυτά που είχε μέσα του. Τελικά ανακάλυψε την διέξοδο του στον λευκό καμβά. Μα βέβαια πως δεν το είχε καταλάβει τόσα χρόνια, σχεδόν τριάντα. Ο καμβάς ήταν πρόθυμος να δεχθεί κάθε παραξενία του κάθε τρέλα του. Ήταν λευκός και αγνός, μπορούσε να βάλει μέσα του, την φύση, τους φίλους του, τον ίδιο του τον εαυτό, και είχε την ελευθερία αυτό να το κάνει όπως ήθελε. Ξεκίνησε και μαζί του ξεκίνησε και η μαγεία, τα χρώματα τον υπάκουαν, ζωγράφιζε με μανία, υπήρχαν στιγμές που δεν έβλεπε καν τι ζωγράφιζε όμως το ένστικτο δεν τον άφηνε να λαθέψει. Δεν είχε πάρει ποτέ του ούτε ένα μάθημα ζωγραφικής, όμως μόνος του είπε κάποια στιγμή πως: "ακόμα και η χρήση της φαντασίας θέλει εξάσκηση." Σε όλους τους πινακές του υπέγραφε πάντα σαν Βίνσεντ. Ίσως γιατί οι Γάλλοι δεν θα μπορούσαν να προφέρουν το επωνυμό μου, Βαν Γκογκ, έλεγε , ίσως γιατί απλά ήταν μόνο ο Βίνσεντ αφού πλέον είχε αποκοπεί από την οικογενειά του. Ποιος να ξέρει. Οι θύελες τελικά κυριεύσαν πλήρως το πνεύμα του. Όμως μέχρι την ύστατη ώρα ζωγράφιζε μοναδικά&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-4739937709516177956?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/4739937709516177956/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/11/bincent-van-gogh.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/4739937709516177956'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/4739937709516177956'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/11/bincent-van-gogh.html' title='BINCENT VAN GOGH'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1128677155713932000.post-8231468102317851359</id><published>2009-11-17T13:08:00.000-08:00</published><updated>2009-11-17T13:09:16.117-08:00</updated><title type='text'>EL GRECO</title><content type='html'>&lt;a title="EL GRECO " href="http://www.lifo.gr/files/299993" rel="lightbox-19425" jquery1258491221704="41"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τις νύχτες στο Τολέδο που ζωγράφιζε άγρυπνος, οι σκέψεις γύρναγαν ξανά και ξανά στο Φόδελε, στην Κρήτη, στα λαγκάδια, στο ποτάμι, μέσα στο δάσος με τις πορτοκαλιές και τα πλατάνια. Θυμόταν τον εαυτό του να χαζεύει την φύση, τα μοναδικά χρώματα που υπήρχαν εκεί. Ο νους του όμως πάντα σταμάταγε στο βυζαντινό εκκλησάκι της Παναγιάς που υπήρχε εκεί, σε αυτόν τον τόπο λατρείας μαγεύτηκε πρώτη φορά από την τέχνη, οι αγιογραφίες τον συγκλόνησαν και τον κατέκτησαν. Οι εικόνες από το παρελθόν πάντα τον κατέκλυζαν όταν θυμόταν το παρελθόν. Ο Σιναϊτης μοναχός Ιάκωβος ήταν μια εικόνα που ποτέ δεν ξέχναγε, τον έβλεπε ακόμα, ύστερα από τόσα χρόνια, ζωντανά μπροστά του να παλεύει με τα πινέλα. Όταν ο ίδιος αντίκριζε τα γερασμένα πλέον χέρια του ήταν σαν να είχε απεναντί του τα ίδια εκείνα χέρια του μοναχού. Ήθελε τότε να μάθει και αυτός να ζωγραφίζει και το κατάφερε. Όμως τότε η Κρήτη του φάνταζε μικρή, και ήταν, άκουγε συνέχεια για τους μεγάλους ζωγράφους στην Ιταλία, ήθελε να ξεφύγει από την βυζαντινή τεχνοτροπία, και το κατάφερε. Ακόμα και τώρα αχνογέλαγε με την τρέλα που έκανε τότε. Μικρός, άγνωστος, ένας Έλληνας που πήγε να μαθητεύση δίπλα στον Τιτσιάνο, που δούλεψε με ζωγράφους όπως ο Τιντορέττο,ο Μπασάνο, τι θράσος που είχε. Όμως και πάλι δεν ένιωσε πως είχε ολοκληρωθεί ήταν σίγουρος πως κάτι έλειπε. Του έλειπε η δική του έκφραση, ο χώρος αυτός που θα μπορούσε να δημιουργήσει την δική του ζωγραφική. Στην Ιταλία ένιωθε εγκλωβισμένος. Αποφάσισε να φύγει, να πάει στην Μαδρίτη. Το ταξίδι για την Ισπανία ακόμα το θυμόταν. Τι καιρός, τι θαλασσοταραχή ήταν αυτή, ήταν ίσως η μόνη στιγμή που μετάνιωσε που έφυγε από την Ρώμη. Κάθισε κουρασμένος στην καρέκλα του απέναντι από τον καμβά και ξετύλιξε τις αναμνήσεις από την Μαδρίτη. Τι φόβος, τι απογοήτευση που τον είχε κυριεύσει, ήταν σίγουρος ότι ζωγράφιζε εκπληκτικά, όμως όλα έδειχναν πως είχε φτάσει το τέλος του σαν ζωγράφος, ο Φίλιππος της Ισπανίας είχε διαφωνήσει για την τέχνη του και την απόδοση των έργων του. Ήταν η μόναδικη στιγμή που φοβήθηκε για το μέλλον του ως ζωγράφου. Η καρδιά του χτύπησε πιο δυνατά όταν θυμήθηκε την στιγμή που αποφάσισε να ξαναφύγει και να μετακομίσει στο Τολέδο, το λιμάνι του. Τελικά αν και όλο έλεγε πως κάποια μέρα θα γύρναγε στην Ελλάδα αυτός έμεινε εκεί για πάντα. Τα χρόνια πλέον είχαν περάσει, ο Έλληνας έλεγε όλη η Ισπανία για τον μεγάλο της ζωγράφο, o EL GRECO, και  αυτός μετάνιωνε κάθε μέρα που δεν είχε πάει έστω για μια φορά πίσω, στο Φόδελε, στα πλατάνια, στο ξεκίνημα του. Όμως το Τολέδο ήταν η νέα του πατρίδα, ήταν η οικογενειά του εκεί, η Τζερονύμα, ο Γιώργης - Εμμανουήλ, ήταν εκεί τα έργα του. Έγινε ένας μεγάλος ζωγράφος, ένας παγκόσμιος ζωγράφος, ένας ζωγράφος που δυο χώρες ήταν περήφανες γι΄αυτόν.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1128677155713932000-8231468102317851359?l=georgeatene.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://georgeatene.blogspot.com/feeds/8231468102317851359/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/11/el-greco.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/8231468102317851359'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1128677155713932000/posts/default/8231468102317851359'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://georgeatene.blogspot.com/2009/11/el-greco.html' title='EL GRECO'/><author><name>george</name><uri>http://www.blogger.com/profile/06745756573160588931</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='24' src='http://1.bp.blogspot.com/_tJYPYdFeko4/SwMSlAQv4CI/AAAAAAAAAAM/SnYvGX-8eYA/S220/%CE%94%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD+%CE%B5%CE%BE%CE%BF%CF%87%CE%AE.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry></feed>
