“Μητέρα.” Φώναξε από την κουζίνα όπου ετοίμαζε το πρωινό η Κιζέτ. Απάντηση δεν πήρε.
“Τώρα τελευταία αργεί να σηκωθεί.” Μονολόγησε.
“Μητέρα σηκωθείτε, είναι … “ Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και δεν αποτελείωσε την φράση.
Η μητέρα της, η Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα Κούφνερ, συνέχιζε να είναι ξαπλωμένη γαλήνια στο κρεβάτι. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν ήρεμα και το στήθος της είχε πάψει να πάλετε με την δυσκολία των προηγούμενων ημερών. Είχε πια ησυχάσει.
Πλησίασε το κρεβάτι χαϊδεύοντας τα μαλλιά της γυναίκας που βαθιά μέσα της τη θαύμαζε.
Αμφιλεγόμενη σίγουρα, ελεύθερη το δίχως άλλο.
Αναμφισβήτητα ένας θρύλος.
Η Κιζέτ έβλεπε αυτήν την γυναίκα, που ήταν η μητέρα της, πρώτη φορά με μια ματιά που πότε άλλοτε δεν το είχε κάνει.
Για όλα όσα την κατηγορούσε τόσα χρόνια, για την αδυναμία της στον έρωτα και με τα δυο φύλα, για την αδυναμία της στα πλούτη, για την αδυναμία της για αναγνώριση, τώρα τα έφερνε στο μυαλό της σαν δύναμη, έπρεπε να τα κάνει όλα αυτά γιατί πολύ απλά ήταν αυτή.
Άλλωστε από μικρή, όπως θυμόταν τις διηγήσεις της μητέρας της η Κιζέτ, έκανε πάντα αυτό που είχε βάλει στο μυαλό της.
Μόλις δώδεκα χρονών ήταν όταν η μητέρα της παρήγγειλλε ένα πορτρέτο της μικρής Ταμάρα σε έναν διάσημο ζωγράφο, η μικρή δεν άντεξε το πολύωρο ποζάρισμα ενώ και για το αποτέλεσμα κατέβασε μούτρα φωνάζοντας ότι αυτή μπορούσε να πετύχει καλύτερο αποτέλεσμα. Με το έτσι θέλω βάζει την αδελφή της να ποζάρει ώστε να την ζωγραφίσει.
Ένα χρόνο μετά κι ύστερα από ένα ταξίδι με την γιαγιά της στην Ιταλία ανακαλύπτει το πάθος της για την ζωγραφική.
Έτσι και με αφορμή τον δεύτερο γάμο της μητέρας της φεύγει από την Πολωνία για την Αγία Πετρούπολη όπου γνωρίζει και τον Ταντέους Λεμπίτσκι τον πρώτο της άντρα.
Το 1918 χρονιά που γεννήθηκε και η Κιζέτ η Ταμάρα παίρνει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Μωρίς Ντενί και μετά από τον δάσκαλο της Αντρέ Λοτ, όπου ήταν και αυτός που έδωσε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα στα έργα της.
Ενταγμένη στον ασφαλή κυβισμό άρχιζε να βγάζει κάποια χρήματα από τα έργα της αφού οι οικογένεια της δεν είχε άλλο έσοδο αφού ο Ταντέους αδυνατούσε να βρει μια δουλειά και ζούσε ρημαγμένος ψυχικά στην σκιά της γυναίκας του.
Η Ταμάρα από την άλλη ανακαλύπτει τον τρόπο ζωής των καλλιτεχνών και των Μποέμ, στις συναντήσεις με τους άλλους καλλιτέχνες της εποχής έλεγε:
«Ανακαλύπτω πως η τέχνη βρίσκεται σε πλήρη κατάρρευση. Νιώθω αποστροφή για την κοινοτυπία στην οποία έχουμε ξεπέσει.»
Αν και επηρεασμένη πλήρως από τον Ενγκρ, πράγματι εισάγει μια δική της τεχνοτροπία που γρήγορα θα την κάνει διάσημη και θα της αποφέρει πολλά χρήματα.
Ιδιαίτερα τα γυμνά της θα γίνουν ανάρπαστα.
Δούλευε εξαντλητικά χωρίς να έχει περιορισμούς στις ώρες αφού έπρεπε να βρίσκεται και σε όλα τα πάρτι και τις συγκεντρώσεις των κοσμικών κύκλων που τόσο πολύ αγαπούσε.
«Υπήρξα η πρώτη γυναίκα που ζωγράφισα με ευκρίνεια και απόλυτη ελευθερία, αυτό ήταν η επιτυχία μου. Ανάμεσα σε εκατό πίνακες ο δικός μου ξεχώριζε, πήγαιναν στις γκαλερί και αντί για Ματίς έφευγαν με έναν δικό μου πίνακα στα χέρια.»
Πλέον βρισκόταν ανάμεσα στον κυβισμό και την Αρ Ντεκό αλλά κανείς δεν ήθελε να την περιορίσει.
Απλά οι πίνακες της ήταν ξεχωριστοί.
Το 1925 σε ηλικία μόλις είκοσι εφτά χρονών ταξιδεύει στην Ιταλία για την πρώτη της έκθεση εκεί, και για να μελετήσει τους κλασσικούς, αυτό το ταξίδι ήταν και η αρχή της αντίστροφής μέτρησης του γάμου της με τον πατέρα της Κιζέτ.
Τρία χρόνια μετά χωρίζει.
Για να υπογραμμίσει με τον δικό της τρόπο τον ανολοκλήρωτο γάμο της αφήνει και μια προσωπογραφία επίτηδες μισοτελειωμένη και την εκθέτει σε μια έκθεση στο Παρίσι με τον τίτλο ’’ Προσωπογραφία άντρα ανολοκλήρωτη.’’
Η Κιζέτ στεκόταν πάνω από το κρεβάτι με δάκρυα στα μάτια αφού το μυαλό της είχε κατακλυστεί από πολλές αναμνήσεις.
Λυπόταν για τον πατέρα της που έχασε, λυπόταν για την μητέρα της που ξαναπαντρεύτηκε.
“Η ιστορία επαναλαμβάνετε έχοντας ώρες, ώρες πολύ καυστικό χιούμορ μητέρα.” Είπε στην νεκρή Ταμάρα η κόρη της.
Αυτά τα λόγια της βγήκαν από το στόμα μάλλον με βία, αφού ήθελε έστω και τώρα να της πει το λάθος, το ίδιο λάθος που είχε κάνει και η μητέρα της Ταμάρα και που ποτέ δεν της το συγχώρεσε.
Ο δεύτερος άντρας της πρόσφερε όσα ήθελε από την ζωή της. Χρήμα, δόξα, τίτλο.
Ο Βαρόνος Κούφνερ ήταν μανιώδης συλλέκτης των έργων της, γρήγορα έγινε ερωμένη του και μόλις η Βαρόνη πέθανε το 1933, παντρεύτηκαν.
Η Ευρώπη έδινε στην Ταμάρα έμπνευση, όμως τα σύννεφα του πολέμου και η οικονομική κατάρρευση που σκέπασαν την ήπειρο ανάγκασε την ζωγράφο και τον άντρα της να την εγκαταλείψουν και να περάσουν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, στην Αμερική.
Ήταν η αρχή του τέλους.
Οι πηγές έμπνευσης και εκείνα τα συστατικά στοιχεία της τέχνης της χάθηκαν, έτσι και τα έργα της με τα χρόνια έχασαν την φρεσκάδα τους.
Η Ταμάρα με κάποια δόση ταπεινοφροσύνης αλλά και κυριευμένη από φόβο ότι πλέον δεν αναγνωριζόταν σαν καλλιτέχνης, αλλά σαν η κυρία Βαρόνη, άρχισε να αλλάζει ύφος.
Οι κριτικοί τέχνης μίλαγαν πλέον για τους χειρότερους πίνακες που είχαν δει από την Λεμπίτσκα.
Άλλωστε και ο Κοκτώ το είχε προβλέψει:
«Η κοινωνική της ζωή θα διαφθείρει την τέχνη της.» Είχε πει.
Και έτσι έγινε.
Όμως μέχρι και το 1962 – χρονιά που πραγματοποίησε την τελευταία έκθεση της προσπαθούσε με κάθε τρόπο να την προσέχουν.
Η συμπεριφορά της – θυμόταν η Κιζέτ – θύμιζε εκείνη του Νταλί την ίδια εποχή στο ίδιο μέρος – στην Αμερική.
Ο Νταλί κυκλοφορούσε στους δρόμους της Νέας Υόρκης κρατώντας ένα κουδούνι το οποίο χτυπούσε σαν τρελός κάθε φορά που πίστευε πως δεν του έδιναν σημασία. Έλεγε ο Νταλί γι’ αυτήν την συμπεριφορά του:
«Η σκέψη και μόνο ότι μπορεί να μην με αναγνωρίσουν είναι αβάσταχτη.»
Το ίδιο προσπαθούσε για ύστατη φορά και η Ταμάρα.
Όμως το 1962 το παιχνίδι τελείωσε, η έκθεση της στην γκαλερί του Ιόλα έγινε μέσα σε πλήρη αδιαφορία. Δέκα χρόνια μετά στην γκαλερί ντε Λουξεμπούργκ – που παρουσίασε μια αναδρομική έκθεση της Λεμπίτσκα – κανείς δεν θυμόταν την διάσημη ζωγράφο της δεκαετίας του 1920.
Για άλλη μια φορά η Κιζέτ θυμήθηκε την περιπετειώδη ζωή της μητέρας της, γεμάτη από ίντριγκες, εραστές, χρήμα, αναγνώριση, δόξα, τίτλους και βέβαια παρακμή.
Μέχρι και μετά τον θάνατο της ήθελε να κάνει κάτι που θα ήταν ξεχωριστό.
Δεν θα της χάλαγε το χατίρι.
Θα σεβόταν την τελευταία επιθυμία της και θα πέταγε της στάχτες της πάνω από το ηφαίστειο Ποποκατέπετλ στο Μεξικό.
Σηκώθηκε βουρκωμένη και βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα.
Αν και της ήταν δύσκολο να το παραδεχθεί αυτήν την γυναίκα, την μητέρα της, την θαύμαζε για τον τρόπο που έζησε την ζωή της.
Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011
TAMARA DE LEMPICKA
Αναρτήθηκε από
george
στις
8:40 π.μ.
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Μοιραστείτε το στο TwitterΜοιραστείτε το στο Facebook
| Αντιδράσεις: |
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου