Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

MARC CHAGALL

Ο George Fragki είχε ξεκινήσει λίγα λεπτά πριν τις οχτώ να κλείνει τα φώτα μέσα στην αίθουσα τέχνης που διατηρούσε στο κέντρο του Παρισιού. Όλα σκοτείνιαζαν στο διάβα του χαρίζοντας ένα μυστήριο στον χώρο που ήταν γεμάτος από έργα τέχνης.
Τα φώτα, από τον στολισμό της πόλης, λόγο των Χριστουγέννων, έξω από την γκαλερί χάριζαν το ελάχιστο αλλά απαραίτητο φως που χρειαζόταν ο George Fragki ώστε να μπορεί να βλέπει χωρίς να πέσει άθελα του πάνω σε κάποιο από τα εκθέματα.
Την στιγμή που φόρεσε το παλτό του και τύλιξε το κασκόλ του γύρω από τον λαιμό ακούστηκαν τα κουδουνάκια της πόρτας.
“Κλείσαμε.” Είπε ευγενικά στο περίγραμμα του ανθρώπου που έβλεπε στην ανοιχτή πόρτα.
Η σκιά έκανε σαν να μην τον άκουσε και άφησε την πόρτα να κλείσει σιγά πίσω της.
“Κλείσαμε για σήμερα, αν θέλετε κάτι μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε και αύριο.”
“Χρειάζομαι χρήματα, θέλω να δείτε κάτι, να σας το πουλήσω.” Φοβήθηκε, ποιος ήταν αυτός ο άντρας με την βραχνή φωνή και τι ήταν αυτό που ήθελε από αυτόν;
“Δεν ανακατεύομαι με τέτοια κύριε, αν θέλετε να σας δώσω λίγα χρήματα ναι, αλλά να αγοράσω … όχι δεν θα ήθελα. “
“Όχι, όχι με παρεξηγήσατε, δεν είμαι ούτε κλέφτης, ούτε απατεώνας. Έχω ένα ημερολόγιο ενός ζωγράφου μάλλον άσημου, σας παρακαλώ δώστε μου διακόσια φράγκα και αγοράστε το, εγώ τι να το κάνω;” Ο τόνος της φωνής του άντρα μαλάκωσε και έδωσε την αφορμή στον Fragki να τον εμπιστευτεί.
“Για να το δω.” Ο άγνωστος με ήρεμες κινήσεις έβγαλε από την τσέπη του ένα φθαρμένο δερματόδετο τετράδιο που έγραφε πάνω με γράμματα που είχαν από καιρό ξεθωριάσει
“SEGAL MOSCHE.”
Ο Fragki σήκωσε το βλέμμα του κοιτάζοντας τον άγνωστο ερωτηματικά. Ο άγνωστος κοίταξε και αυτός με απορία.
“Δεν αξίζει ούτε διακόσια φράγκα;” Ο George χαμογέλασε.
“ Άκου φίλε μου, δεν θέλω να σε κοροϊδέψω, αυτό αξίζει πολλά παραπάνω.” Ο άγνωστος τον ξανακοίταξε με απορία αλλά δεν άπλωσε το χέρι του στο βιβλίο.
“ Εγώ διακόσια φράγκα χρειάζομαι.” Ο Fragki κάθισε στην καρέκλα του σκεπτικός για λίγη ώρα, σηκώθηκε άνοιξε την τσάντα του έβγαλε οχτακόσια φράγκα και τα έσπρωξε στον άγνωστο άντρα που γούρλωσε τα μάτια του από έκπληξη.
“ Αν είχα κι άλλα θα σου έδινα.” Του είπε. Αλλά δεν είχε σημασία, ο άγνωστος άπλωσε τα χέρι του φοβούμενος μην μετανιώσει ο George, χαμογέλασε και έφυγε γρήγορα λέγοντας ένα ευχαριστώ.
Ο Fragki τον ακολούθησε, έκλεισε την πόρτα, γύρισε γρήγορα πίσω στο γραφείο του και άνοιξε βιαστικά το ημερολόγιο.
«Έπρεπε να βρω κάτι να κάνω που δεν θα με απομάκρυνε από τον ουρανό και τα αστέρια, που θα μου επέτρεπε να βρω το νόημα της ζωής. Αυτό ακριβώς ήθελα.
Εβραίος από την μια, Ρώσος από την άλλη. Μια δύσκολη ισορροπία για έναν που ήθελε να γίνει καλλιτέχνης.
Γεννήθηκα στο Βιτέμπσκ το 1887 σε μια φτωχή οικογένεια και αν σε αυτά τα πρώτα χρόνια της ζωής μου δεν υπήρχε η μάνα μου – που δωροδόκησε τον δάσκαλο του δημόσιου σχολείου, ώστε να μάθω βιολί, σχέδιο και τραγούδι, δεν θα μπορούσα να ξεφύγω από τον στενό κύκλο της οικογένειας και δεν θα είχα καταφέρει αυτά που τελικά κατάφερα.
Ήθελα να ζωγραφίσω να εκφραστώ και μόλις το 1906 με είκοσι εφτά ρούβλια στην τσέπη ταξίδεψα στην Αγία Πετρούπολη μαζί με τον φίλο μου τον Βίκτορ Μέκλερ, ο κύβος επιτέλους είχε ριφθεί.
Είχα ξεκινήσει να ζωγραφίζω από το Βιτέμπσκ αλλά στην Αγία Πετρούπολη εξελίχθηκα.
Είχα βέβαια ένα άδειο πορτοφόλι που συνέχεια με απέτρεπε, αλλά έλεγαν πως είχα ταλέντο και τελικά εγώ τους πίστευα.
Είχα την τύχη εκεί να βλέπω έργα του Ματίς, να μαθαίνω για την τεχνοτροπία του Γκωγκέν και όλα αυτά να μπορώ να τα βγάζω στον καμβά μέσα από μια δική μου ποίηση με χρώματα. Ποίηση θα ρωτήσετε.
Ναι, άλλωστε όλοι με έλεγαν ότι είμαι ο ποιητής ζωγράφος.
Το φθινόπωρο του 1909 γνώρισα την Μπέλα.
Τι έρωτας, ήμουν σίγουρος από όταν την πρωτοαντίκρισα ότι αυτή ήταν η γυναίκα της ζωής μου.
Δυστυχώς όμως εγώ έπρεπε να φύγω, η τέχνη μου, η δίψα μου με έστελνε στο Παρίσι και εκεί δεν μπορούσα να την πάρω μαζί μου.
Όταν έφτασα στην πόλη του φωτός τα έχασα, από την μια ο θόρυβος, η φασαρία, από την άλλη τα έργα των Βαν Γκογκ, του Ρυέλ, του Ματίς, το Λούβρο με τους μεγάλους δασκάλους. Το ομολογώ, το μόνο πράγμα που πραγματικά με απέτρεψε να γυρίσω πίσω στην Ρωσία ήταν η τεράστια απόσταση, αφού χρήματα για τρένο δεν υπήρχε και πως να υπάρξουν αφού και για να φάω αγόραζα μόλις ένα φρούτο την ημέρα και την ρέγκα την έψηνα τρώγοντας το κεφάλι την μια μέρα, την ουρά την άλλη.
Λόγο ένδειας δεν μπορούσα να βρω και καινούργιους μουσαμάδες για να ζωγραφίσω, έτσι έπαιρνα μεταχειρισμένους και προσπαθούσα να τους επαναχρησιμοποιήσω.
Εδώ υπάρχει και ένα αστείο περιστατικό, που έφτασε στα αυτιά μου πολύ αργότερα, αφού πολλοί ζωγράφοι, ιδιαίτερα κυβιστές, ξεκίνησαν να το κάνουν απλά επειδή το έκανα εγώ.
Ο Γκιγιώμ Απολιναίρ ήταν που αποκάλεσε τους πίνακες μου υπερφυσικούς, που να ήξερε ο Γκιγιώμ ότι με αυτήν την έννοια θα σημάδευε μια ολόκληρη εποχή και μαζί με αυτή και εμένα.
Δείχνουν σαν όλα να έχουν αρχίσει να παίρνουν τον δρόμο τους, έχει ξεκινήσει μια μικρή αναγνώριση, εγώ βρίσκομαι μεταξύ κυβισμού και Σουρεαλισμού ενώ συνάμα εκείνη την εποχή ο Χέρβαρντ Βάλντεν οργανώνει και την πρώτη ατομική μου έκθεση στο Βερολίνο.
Ευτυχία.
Το 1914 βρίσκω δικαιολογία ώστε να γυρίσω στην Ρωσία, είναι ο γάμος της αδελφής μου. Όμως από – θες να το πεις τύχη, θες να το πεις ατυχία – κλείνουν τα σύνορα και αντί για τρεις μήνες που είχα σκοπό να παραμείνω, τελικά μένω σχεδόν οχτώ χρόνια.
Τα γεγονότα πλέον με προλαβαίνουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Ο έρωτας έρχεται να μου θυμίσει πάλι την Μπέλα με την οποία παντρεύομαι το 1915 και το 1916 γεννιέται η κόρη μου η Ίντα.
Ένα χρόνο αργότερα γίνεται η επανάσταση.
Ενθουσιάζομαι. Αναλαμβάνω την θέση επιτρόπου καλών τεχνών του Βιτέμπσκ, για δυο χρόνια όλα πάνε καλά, τα πιο τρανταχτά ονόματα, μέλη της Ρώσικης πρωτοπορίας μετακομίζουν στην περιοχή αλλά αμέσως μετά έρχεται η απογοήτευση, δεν με καταλαβαίνουν και με πολεμούν.
Με λύπη το καλοκαίρι του 1922 μετακομίζω με την οικογένεια μου στο Παρίσι, που ευτυχώς ακόμα – μετά από οχτώ σχεδόν χρόνια – η φήμη μου έχει κάποιο αντίκρισμα.
Το 1923 ξεκινάω πάλι, προσπαθώ να αναπαράγω ακόμα και πίνακες τους οποίους είχα χάσει με τον πόλεμο στο Βερολίνο.
Οι Σουρεαλιστές προσπαθούν να με εντάξουν στο κίνημα τους, όμως διαφωνώ κάθετα και απλά λέω:
Ο κόσμος μέσα μας είναι πιο αληθινός από τον ορατό κόσμο. Όταν κανείς αποκαλεί ψευτιές ή παραμύθια όσα του φαίνονται παράδοξα τότε δεν έχει ιδέα τι θα πει φύση.
Το 1924 παρουσιάζεται και η πρώτη έκθεση μου στην Νέα Υόρκη.
Όμως πολλά χρόνια μετά θα βρεθώ σε αυτήν την τεράστια μαγευτική μεγαλούπολη.
Πλέον εκείνη την εποχή κάτι με τραβάει να δω τον κόσμο.
Το 1932 ταξιδεύω στην Ολλανδία και βλέπω το μεγαλείο του Ρέμπραντ, το 1934 στην Ισπανία σχεδόν θέλω να γονατίσω, να υποκλιθώ, στα έργα του Ελ Γκρέκο.
Αν μπορούσα να τον είχα μπροστά μου θα του φύλαγα τα χέρια.
Η μοίρα τελικά ήρθε,το 1942 έκανα το ταξίδι στην Αμερική, αν γνώριζα τι θα συμβεί δεν θα το έκανα και ας με έστελναν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης οι Ναζί.
Ήταν Σεπτέμβριος του 1944 όταν η Μπέλα, η αγαπημένη μου Μπέλα, πεθαίνει από ίωση. Γύρω μου έχει απλωθεί πλέον το σκοτάδι.
Παραλύω, για ένα χρόνο μέσα στο σπίτι κυκλοφορούν δυο φαντάσματα, το δικό μου και της Μπέλα.
Αυτός ο θάνατος μου έχει στοιχίσει πολύ, επαναπαύομαι στα έργα μου και επαναλαμβάνομαι, καμία νέα ιδέα, παρά μια ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων θεμάτων.
Είμαι σίγουρος πως έχω γίνει κουραστικός αλλά δεν μου το λένε από ευγένεια.
Η Αμερική με έπνιγε, ο θάνατος της Μπέλα με βούλιαζε, έτσι τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεψα οριστικά στο Παρίσι.
Το Παρίσι, η Ευρώπη, η Ρωσία ήταν αυτά που μπορούσαν να μου δώσουν ξανά έμπνευση.
Οι μοίρες μάλλον αποφάσισαν πως μου χρώσταγαν και έτσι το 1952 γνωρίζω την Βαλεντίνα – την δεύτερη γυναίκα μου – που μου έδωσε μια αισιοδοξία.
Επιτέλους μια νέα πνοή ξεκινάει πάλι να αγγίζει τα έργα μου.
Πλέον το Σαιν-Πωλ-Ντε-Βανς είναι η νέα πρωτεύουσα της παγκόσμιας τέχνης, εκεί δημιουργώ ίσως τα πιο ώριμα έργα μου, ’’Η μεγάλη παρέλαση’’ που ζωγράφισα πριν πέντε χρόνια πιστεύω πως είναι το τελευταίο μεγάλο έργο μου.
Πολλοί είπαν πως στα τελευταία έργα μου δεν υπάρχουν σύμβολα που να παραπέμπουν κάπου.
Έχω να τους απαντήσω ότι:
Αν ένα έργο τέχνης έχει αυθεντικότητα τότε αυτομάτως αποκτά συμβολικό νόημα.
Γιατί όσο κι αν καλύψεις το μουσαμά με παχιά στρώματα χρώματος, ανεξάρτητα αν διακρίνονται σχέδια και σχήματα ή όχι, όπως κι αν το ονομάσεις αυτό μετά, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το αποτέλεσμα θα είναι ένα αυθεντικό έργο τέχνης.
ΜΑΡΚ ΣΑΓΚΑΛ
20 ΜΑΡΤΙΟΥ 1985

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου