Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

GUSTAV KLIMT

’’ Εμιλίε, δεν μπορεί αυτό να συμβεί, ξέρεις πως δεν μπορεί να συμβεί.’’
Η Εμιλίε Φλέγκε ήταν όρθια και σιωπηλή μπροστά στο υγρό παράθυρο με το βλέμμα της στραμμένο κάτω στο δρόμο.
’’ Σου μιλάω, δεν μου απαντάς;’’
’’ Τι να απαντήσω Γκούσταφ; Άλλωστε εγώ πότε δεν σε εγκατέλειψα, πάντα εσύ με άφηνες για άλλες.’’
Ο Γκούσταφ Κλίμτ σιώπησε και αυτός με την σειρά του. Δεν ήθελε να υπάρξει συνέχεια σε μια κουβέντα που δεν θα κατέληγε πουθενά.
’’ Ξέρεις πως δεν μπορώ να ξεφύγω από την ζωή μου, την ίδια μου την ζωή που είναι η δημιουργία και η αμφισβήτηση. Εσύ ειδικά θα έπρεπε να το ξέρεις.’’
’’ Εγώ ειδικά το ξέρω. Σ’ αγαπώ και το ξέρω.’’
’’ Πρέπει να γυρίσω στο ατελιέ μου, τελειώνω το Φιλί.’’
’’ Είναι πράγματι ένας σπουδαίος πίνακας. Θα σε δω αύριο;’’
’’ Βέβαια, όπως πάντα την ίδια ώρα.’’
Ο Γκούσταφ βγήκε στον δρόμο όπου ακόμα έβρεχε.
«Τι ανοησία να μαλώσει με την Εμιλίε.» Σκέφτηκε. Όμως ξέχασε τον καυγά σαν να τον πήρε από το μυαλό του η βροχή.
Έπρεπε να τελειώσει γρήγορα το Φιλί, το προηγούμενο έργο του, η Ελπίδα, έδωσε αφορμή για πολλά αρνητικά σχόλια, πως μπορούσαν αυτοί, αυτόν, να τον κατηγορήσουν τόσο.
Ήταν πλέον πεπεισμένος πως ο κόσμος δεν ήταν ακόμα έτοιμος να δει κατάματα τον ίδιο του τον εαυτό.
«Μια έγκυος γυναίκα, γυμνή, τριγυρισμένη από σκοτεινές μορφές αλλά αυτή έχει μια μόνη ελπίδα και χαμογελάει, το παιδί της.
Μα πως μπορούσαν να μην το δουν;
Όπως έγινε και με τους πίνακες του πανεπιστημίου. Η Νομική, η Φιλοσοφία, η Ιατρική.
Τι έργα, έδωσα όλον μου τον εαυτό σε αυτά τα έργα, αλλά ακόμα και εκεί με κατηγόρησαν για καλλιτεχνική ανικανότητα ενώ έφτασαν στο σημείο κάποιοι να μιλάνε μέχρι και για πορνογραφία!!
Αν είναι δυνατόν, όχι δεν πήγαινε άλλο όλοι αυτοί δεν ήξεραν τι έλεγαν.
Δυστυχώς αυτά τα έργα δεν κατάφερα να τα δω ολοκληρωμένα να τα δω στον χώρο τους, τους πέταξα την αμοιβή στα μούτρα και τα πήρα πίσω, βρίσκονται ακόμα εκεί στο ατελιέ μου περιμένοντας με.»
Ο Κλίμτ συνέχισε να περπατάει με έντονα βήματα μες στην βροχή χωρίς όμως να δίνει σημασία που είχε βραχεί ολόκληρος.
’’Ερνστ, Γκέοργκ, που είστε;’’ Ξέσπασε ξαφνικά φωνάζοντας, κάνοντας τους λίγους περαστικούς που ήταν δίπλα του να τον κοιτάξουν εκνευρισμένοι.
«Ο Ρούντολφ Αϊτελμπέργκερ ήταν αυτός που με έφερε σε αυτό το σημείο.
‘Εσείς πρέπει να γίνεται ζωγράφος’ φώναξε μες στο αυτί του όταν του είπε ότι αυτός ήθελε να γίνει δάσκαλος σχεδίου.
Και ο Ρούντολφ έκανε τα πάντα ώστε να γίνω ζωγράφος και εγώ και ο αδελφός μου.
’’Έρνστ.’’ Μονολόγησε πάλι, θλιμμένα ετούτη την φορά.
«Έφυγε έτσι, ξαφνικά, μαζί με τον πατέρα. Η μοίρα μας γύρισε την πλάτη.
Έχασα πατέρα και αδελφό και μαζί κάθε όρεξη για δημιουργία.
Μέσα σε αυτήν την μεγάλη περίοδο που προσπαθούσα να βρω λόγο να συνεχίσω να ζωγραφίζω, να συνεχίσω να υπάρχω, έγιναν γεγονότα και πήρα αποφάσεις οργής, χωρίς κανένα σχέδιο και συμπτωματικά τελείως βγήκαν σε καλό.
Η τύχη φαίνεται άρχισε πάλι να με κοιτάζει με καλό μάτι, δημιούργησα την ομάδα της απόσχισης που καταφέρνει να με φέρει πάλι στο επίκεντρο ενώ ο μεγάλος θόρυβος γύρω από το όνομα μου έγινε με την Γυμνή Αλήθεια.
Τι δημιουργία, τι αλήθεια. Αλήθεια που σε καθήλωνε. Και το απόσπασμα του Σίλερ τι εύρημα!!»
Χαμογέλαγε μόνος του στον δρόμο όταν σκεφτόταν το απόσπασμα του Γερμανού ποιητή:
‘Αν μέσα από τις καλλιτεχνικές σου πράξεις και έργα δεν καταφέρνεις να αρέσεις σε όλους, ευχαρίστησε τους λίγους. Να αρέσεις σε πολλούς είναι άσχημο πράγμα.’
«Όμως όλο αυτό ήταν πολύ κουραστικό ψυχικά, δεν άντεχα, χρειαζόμουν μια διέξοδο, έτσι κάποιες στιγμές προσπαθούσα να βρίσκομαι μόνο με την καρδιά μου σε ένα τοπίο και να το ζωγραφίζω, να μην σκέφτομαι, μόνο να ζωγραφίζω.
Αυτό ήταν λύτρωση, απόδραση από την πραγματικότητα που πλέον είχε αρχίσει να γίνεται πολύ σκληρή.
Σκέφτομαι την ομάδα της απόσχισης και πιστεύω ακόμα και σήμερα πως ίσως το πιο σημαντικό έργο όλου αυτού του κινήματος ήταν η ζωφόρος του Μπετόβεν στα πλαίσια της ομώνυμης έκθεσης για τον μεγάλο συνθέτη.
Μια ζωγραφική συμφωνία που κινήθηκε πάνω στο πλαίσιο της ενάτης.»
Βρέθηκε να βάζει το κλειδί στην πόρτα του ατελιέ του και να μπαίνει μέσα στάζοντας όλος.
Μόλις είδε τον χρυσό πίνακα κάθισε στο σκαμπό του και ηρέμησε από όλες τις προηγούμενες σκέψεις.
Τα ξέχασε όλα, την Εμιλίε, την απόσχιση, τις κριτικές.
Έβλεπε μόνο το χρυσό, αυτήν την τεχνοτροπία που πλέον τον χαρακτήριζε και από την οποία είχε γοητευτεί στην Ραβένα όταν εκεί είδε κάποια βυζαντινά ψηφιδωτά.
Τα ταξίδια του στην Ιταλία και την Γαλλία. Όσο έφτιαχνε την παλέτα του γύρισαν στο μυαλό του εκείνες οι μάλλον ανέμελες στιγμές.
Θυμήθηκε πως από την Ιταλία ήθελε να φύγει αμέσως μόλις κατέβηκε από το τρένο.
Ενώ στην Γαλλία, και συγκεκριμένα στο Παρίσι, εντυπωσιάστηκε από τον καλλιτεχνικό οργασμό των ζωγράφων.
«Τα έχασα, αυτοί εκεί ζωγραφίσουν υπέρ του δέοντος.»
Από την πόρτα του ακούστηκε ένα χτύπημα που τον επανέφερε πίσω στο ατελιέ του και στα χρώματα του.
’’ Σήμερα τελικά μάλλον δεν θα δουλέψω.’’ Διαπίστωσε και πήγε να ανοίξει την πόρτα.
Ήταν ο Εγκόν Σιλέ, ο προστατευόμενος του.
’’ Καλός τον Εγκόν.’’
’’ Γεια σας κύριε Κλίμτ.’’
’’ Πέρασε Εγκόν, έλεγα σήμερα να τελειώσω το Φιλί, όμως μάλλον δεν θα τα καταφέρω. Αλλά μιας και ήρθες σου έχω μια έκπληξη, θα είσαι ο πρώτος που θα δει ένα έργο που μόλις ξεκινάω, το ονομάζω η Παρθένος.’’
Ο Σίλε τα έχασε μόλις είδε τον καμβά με τα ελάχιστα χρώματα και τα σχέδια από κάρβουνο που είχε ζωγραφίσει πάνω του ο Γκούσταφ.
’’ Δάσκαλε θα εγκαταλείψετε τον χρυσό;’’
’’ Ναι έτσι νομίζω πως πρέπει να κάνω, έφτιαξα πολλά έργα με χρυσό, είναι καιρός να αλλάξω.
Ο καλλιτέχνης Εγκόν πρέπει να ρισκάρει σχεδόν συνέχεια, η ίδια η ζωή ενός καλλιτέχνη είναι ρίσκο.
Αν φτάσει κάποιος να πει ότι δημιούργησε το καλύτερο του έργο τότε να ξέρεις πως όλα τελειώνουν.’’
Ο Σίλε σκέφτηκε λίγο τα λόγια του δασκάλου του και είπε:
’’ Νομίζω πως καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε.’’

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου