Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

EDVARD MUNCH

Μέσα στα σοκάκια, ανάμεσα στις παλιές γειτονιές του Όσλο μπορούσες να δεις μικρά μαγαζιά κάθε είδους που πουλούσαν ότι μπορούσες να φανταστείς. Κλειστά συνήθως, σκιερά, με την υγρασία του τοπίου να συγγενεύει με τις θολές σκούρες βιτρίνες τους.
Σε κάποια από αυτά, αν ήσουν τυχερός και έκοβε το μάτι σου, μπορεί να έβρισκες κάποιο σκονισμένο αντικείμενο που ήταν ξεχασμένο από τα χρόνια και από τους ιδιοκτήτες του.
Το μόνο σίγουρο, ώστε να βρεις κάποιο λόγο να ασχοληθείς να ψάξεις εκεί μέσα, ήταν πως τουλάχιστον θα είχε κάποια συναισθηματική αξία και ίσως κάποια ιστορία.
Ο Jensen είχε χωθεί ως τα βάθη μέσα στην σκόνη και το σκοτάδι με έναν φακό που ίσα που έφεγγε ώστε να δει αν αυτό που κράταγε στα χέρια του ήταν πράγματι αυτό που υποψιαζόταν.
Μέσα σε λίγα λεπτά και με λίγες εκατοντάδες Κορώνες λιγότερες στην τσέπη βρισκόταν στον βρεγμένο δρόμο και προσπαθούσε να φέρει σε λογαριασμό έναν μεγάλο πίνακα που πότε του γλιστράγε από δεξιά πότε του έφευγε από αριστερά. Τελικά τον έβαλε πάνω από το κεφάλι του σαν σκεπή και χαμογελαστός βάδιζε προς το σπίτι.
Δεν ήταν πολύ μακριά από το κέντρο το σπίτι του οπότε δεν του πήρε πολύ ώρα να φτάσει έξω από την πόρτα να την ανοίξει και να χωθεί μέσα στην ζέστη του.
Με ανυπομονησία μικρού παιδιού έβγαλε το πανί πάνω από τον πίνακα και κοίταξε με γουρλωμένα μάτια τον πίνακα.
Τώρα που τον ξανακοίταζε του φαινόταν σαν όνειρο, είχε βρει μέσα σε εκείνο το διασκορπισμένο μπάχαλο του μαγαζιού έναν χαμένο πίνακα του Edvard Munch και τον είχε αγοράσει για μόλις 643 Κορώνες.
Τον πλησίασε χωρίς να φοβάται μην καταλάβει κανείς ποιανού ήταν ο πίνακας και απαλά του χάιδεψε την κορνίζα, το νύχι του πιάστηκε σε μια μικρή τρύπα που είχε το πανί από πίσω, κοίταξε να δει πως θα την διόρθωνε όταν παρατήρησε ότι ανάμεσα στο κενό που είχε ο καμβάς με το πανί βρισκόταν ένα κομμάτι κιτρινισμένο χαρτί.
Άνοιξε λίγο ακόμα την τρύπα και το έπιασε με τα ακροδάχτυλά του, προσεχτικά το ξετύλιξε, δυσκολεύτηκε λίγο να ξεχωρίσει τα γράμματα αλλά ξεκίνησε να διαβάζει.
“Πρωτοχρονιά του 1944 Εκέλι.
Πάλι, για άλλη μια χρονιά μόνος, μόνος εγώ και οι πίνακες μου τα αγαπημένα παιδιά μου.
Πόσο φοβάμαι μην χαθούν.
Τώρα φοβάμαι μην χαθούν τα έργα μου όμως όσο θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα φοβόμουν τον θάνατο και τις αρρώστιες, πάντα με κυνηγούσαν και εγώ προσπαθούσα να τους ξεφύγω ,τώρα στο τέλος κατάλαβα ότι μάλλον κυνηγούσαν όσους αγαπούσα.
Πρώτα την μάνα μου, μετά την αδελφή μου την Σόφι, λίγα χρόνια μετά τον πατέρα μου και τον αδελφό μου, ενώ η μια αδελφή μου που έζησε έπασχε από μια ψυχική ασθένεια.
Ο θάνατος της Σόφι ήταν αυτό που πραγματικά με συγκλόνισε, θα μπορούσα να πω πως αυτός ήταν που γέννησε μέσα μου τον καλλιτέχνη που έγινα.
Προσπάθησα να ξορκίσω τον θάνατο μέσα από τους πίνακες μου, προσπάθησα να διώξω τον φόβο μου μέσα από μια άλλη ζωή ακίνητη ζωγραφισμένη σε έναν απλό άσπρο καμβά.
Ζωγράφιζα ότι ερέθιζε το εσωτερικό μου βλέμμα. Ζωγράφιζα από μνήμης, δίχως να προσθέτω οτιδήποτε, δίχως λεπτομέρειες που είχα πάψει να τις βλέπω.
Αυτός είναι ο λόγος που οι πίνακες μου είναι τόσο απλοί, τόσο εμφανώς άδειοι.
Ζωγράφισα τις εντυπώσεις από την παιδική μου ηλικία, τα μουντά χρώματα μια ξεχασμένης εποχής.
Τελικά τώρα στο τέλος ανακαλύπτω ότι χωρίς το φόβο και την αρρώστια η ζωή μου θα ήταν βάρκα χωρίς πηδάλιο.
Μόλις στα 22 και όντας με τους μποέμ του Όσλο πηγαίνω στο Παρίσι και εντυπωσιάζομαι από την ζωγραφική του Μανέ και του Βαν Γκογκ, τι χρώματα, τι φως, τι ζωντάνια.
Ζωγραφίζω προσπαθώ να φωτιστώ, να δω και δέκα χρόνια μετά ο Λωτρέκ, ο Μπονάρ και ο Βυγιάρ με καθοδηγούν.
Έχω πλέον αρχίσει να έχω κάτι δικό μου να βλέπουν έναν πίνακα μου και να αναγνωρίζουν ποιος τον έκανε.
Όμως παραμένω, όσο και να χρωστάω στους Μανέ, Λωτρέκ και Βαν Γκογκ, να είμαι σκοτεινός, η ψυχή μου δεν μπορούσε εύκολα να βγει από την μελαγχολία και όταν έβγαινε ξαναέπεφτε το ίδιο εύκολα.
Αντιλαμβάνομαι κάποιες στιγμές ότι δεν ζωγραφίζω ότι βλέπω αλλά ότι έχω δει.
Όταν πήγα μια χρονιά στο σαλόνι, στο Παρίσι, πήγα όλο προσμονή για να δω, για να ταξιδέψω ξανά στον έβδομο ουρανό αντί γι’ αυτό ένιωσα αηδία.
Πιστεύω ότι η τέχνη είναι ολοκληρωμένη όταν ο καλλιτέχνης έχει πει ειλικρινά όσα κρύβει η ψυχή του, αν η απαίτηση, για να είναι ένας πίνακας ωραίος, είναι να δείχνει ωραίος στο τοίχο που θα κρεμαστεί τότε . . .
Εγώ έκανα πίνακες κενούς, γεμάτους κενούς, πόνος, μοναξιά και μελαγχολία.
Βέβαια για να πω και την αλήθεια, αφού είναι και πρωτοχρονιά, προσπάθησα με λάθους τρόπους να ξεπεράσω τον πόνο μου, την οικογένεια μου και ένας από αυτούς ήταν η άφθονη χρήση αλκοόλ που έφερε και την νευρική μου κατάρρευση.
Ενάμιση χρόνο κλεισμένος στην κλινική με νευρικό κλονισμό, κομμένο δάχτυλο, από την προσπάθεια μου να αποτρέψω την απειλή αυτοκτονίας της Τούλα και με τελικό αποτέλεσμα την μερική παράλυση του ενός ποδιού μου.
Τελικά στο τέλος αυτού του ενάμιση χρόνου βγήκα πιο δυνατός γεμάτος δημιουργικότητα αλλά περιστοιχισμένος από την μοναξιά που πλέον την επέλεξα ως στάση για την υπόλοιπη ζωή μου.
Τώρα στο τέλος, τυφλός από το ένα μάτι, κουρασμένος από την ζωή και την προσμονή του θανάτου είμαι σίγουρος πως έζησα μόνο και μόνο για ζωγραφίσω.
Ένα από τα έπαθλα που θα ήθελα να πάρω μαζί μου στον θάνατο είναι ότι οι Ναζί με καταδίκασαν και κατέβασαν τους πίνακες μου από τα μουσεία της Γερμανίας, αυτό το γεγονός ήταν για μένα η μεγαλύτερη αναγνώριση.
Μια από τις καλύτερες αστείες φιλοφρονήσεις που μου έγιναν ήταν από τον Rathenau.
Του έφτιαχνα το πορτραίτο για μήνες , την τελευταία μέρα ήρθε μπροστά για να δει το αποτέλεσμα.
Γύρισε με κοίταξε και είπε για τον άνθρωπο στον πίνακα που τον απεικόνιζε.
«Απαίσιος χαρακτήρας, δεν συμφωνείτε;
Αυτό παθαίνεις όταν ζωγραφίζει το πορτραίτο σου ένας μεγάλος καλλιτέχνης, μοιάζεις περισσότερο με τον εαυτό σου από ό’ τι στην πραγματικότητα.»
Θα κλείσω αυτή την πρωτοχρονιάτικη εξομολόγηση με μια σκέψη μου για τον θάνατο που έρχεται γοργά προς το μέρος μου.
Λουλούδια θα αναπτυχθούν από το σάπιο μου κορμί και εγώ θα ζω και θα υπάρχω μες στο άνθος της, ο θάνατος είναι η αρχή της ζωής, το ξεκίνημα ενός καινούργιου κρυσταλλώματος.
Edvard Munch 1/1/1944 Ekeli

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου