Καθόταν στο ξύλινο σκαμπό σκυφτός μπροστά από το καβαλέτο του, ο καμβάς είχε διάσπαρτα κάποια χρώματα που ελάχιστα αχνοφαινόταν να ξεπροβάλει μια ακαθόριστη μορφή. Πέταξε οργισμένος μακριά τα πινέλα του ενώ τα δάχτυλα και ο ένας του ώμος έδειχναν αγκυλωμένοι. Η αρρώστια του είχε στερήσει την ικανότητα να ζωγραφίζει, όμως δεν το είχε βάλει κάτω, παρ’ όλο που η παραμορφωτική αρθρίτιδα έκανε ότι ήταν δυνατό για να τον καταβάλει.
«Αλίν.» Μονολόγησε.
«Αλίν, πόσο μου λείπεις.» Συνέχισε και ένα δάκρυ έτρεξε από τα κοκκινισμένα μάτια του.
Η γυναίκα του είχε φύγει από την ζωή μόλις πριν τέσσερα χρόνια και η απώλεια της του είχε στοιχίσει πολύ. Το μόνο που τον είχε ευχαριστήσει αυτά τα χρόνια ήταν που κατάφερε να δει δικούς του πίνακες στο μουσείο του Λούβρου.
Τι περηφάνια είχε νιώσει εκείνη την ημέρα που πήγε και τα είδε, γνώριζε πως ήταν από τους λίγους της γενιάς του και της τεχνοτροπίας που υποστήριζε που είχε καταφέρει κάτι τέτοιο, δηλαδή να ζει και να δει τα έργα του στο Λούβρο.
Ίσως τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα να ήταν και ο μόνος.
Όμως το άξιζαν κι άλλοι, όπως ο καλός του φίλος Κλωντ Μονέ ή και ο Φρεντερίκ Μπαζίλ.
«Μα αυτά τα χέρια πως με πονάνε.» Γκρίνιαξε κοιτάζοντας τα πεσμένα πινέλα του.
«Ο Κλωντ μαζί με τον Βίνσεντ (Βαν Γκογκ) ήταν οι καλύτεροι από όλους μας, από αυτούς επηρεαστήκαμε σχεδόν όλοι οι λεγόμενοι Ιμπρεσιονιστές.»
Εκείνες της μακρινές εποχές – όπως φάνταζαν στο μυαλό του Πιερ Ωγκίστ – όλα λειτουργούσαν ρομαντικά οι έρωτες, οι γνωριμίες, ακόμα και η τέχνη που υπηρετούσαν. Τώρα πια αναγνωρισμένος, πλούσιος νιώθει να έχει λιγότερα από όσα είχε τότε που ζούσε φτωχικά με μόνο έσοδο ότι πούλαγε από τους πίνακες του – και δεν ήταν και πολλοί – στην Μονμάρτη.
Η Μονμάρτη, εκεί που γνώρισε την Αλίν, εκεί που γνώρισε και τον άνθρωπο που τον έκανε γνωστό και πλούσιο. Και αν η Μονμάρτη ήταν η βάση του, αυτό που τον εξέλιξε ήταν τα ταξίδια στην Ιταλία, που επιτέλους ήρθε σε επαφή με τα έργα των μεγάλων δασκάλων και ειδικά του Ραφαήλ τα όποια τον επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό.
«Όμως όλα αυτά που έχω ζήση, το ότι είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους που κατάφερα να ζω από κάτι που λατρεύω, που τα έφερε έτσι η ζωή και γνώρισα ανθρώπους που πραγματικά δεθήκαμε με δεσμούς φιλίας, που αρκετούς από αυτούς τους θυμάμαι ακόμα και σήμερα με δέος για το πόσο μεγάλη άνθρωποι ήταν το οφείλω κυρίως στον Πατέρα μου που παρ’ όλο που ήταν ένας φτωχός ράφτης είδε το ταλέντο μου και έκανε τα πάντα για να το αξιοποιήσω.»
«Τελικά τώρα που φτάνω στο τέλος της ζωής μου και κάνω τον απολογισμό της βλέπω πως έχω πολλούς ανθρώπους να ευχαριστήσω και το κάνω με μεγάλη χαρά και σεβασμό. Το τελευταίο ευχαριστώ όμως το κράτησα για τους δυο γιούς μου που χάρη σε αυτούς κατάφερα να δω εμένα.
Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010
PIERRE AUGUSTE RENOIR
Αναρτήθηκε από
george
στις
11:33 π.μ.
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Μοιραστείτε το στο TwitterΜοιραστείτε το στο Facebook
| Αντιδράσεις: |
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου