Ο κήπος του Ζιβερνύ, ο επίγειος παράδεισος μου, ο κήπος της δικής μου Εδέμ. Όταν ονειρευόμουν ακριβώς έτσι ερχόταν στο μυαλό μου, σαν μια παλέτα γεμάτη χρώματα, σαν μια συμφωνία με όλες τις νότες μιας γιορταστικής μουσικής και όλο αυτό βγήκε από αγάπη, φαντασία, όπως και οι πίνακες μου, γιατί δεν είχα καμία γνώση κηπουρικής απλά πήρα ένα βιβλίο το ξεφύλλισα και ιδού, ο κήπος του Ζιβερνύ. Εδώ ακούω τα γέλια των παιδιών μου, εδώ ζωγραφίζω. Χμ . . . τι παράξενο που ακούγεται. Σκέφτομαι πόσοι και πόσοι ζωγράφοι που ξεκινάνε τώρα την διαδρομή τους στον υπέροχο όσο και δύσκολο χώρο της ζωγραφικής θα ζηλεύουν που μπορώ και ζωγραφίζω σε έναν τέτοιο παράδεισο. Θα λένε ¨ε βέβαια ο Μονέ τι ανάγκη έχει, όλα είναι εύκολα γι’ αυτόν, έχει χρήματα, γνωριμίες.¨ Όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Και σίγουρα δεν θα ήμουν εδώ αν δεν γνώριζα για καλή μου τύχη τον Ευγένιο Μπουντέν, σε αυτόν οφείλω αυτό που είμαι σήμερα, μου άνοιξε τα μάτια, με έμαθε να κατανοώ την φύση, να την αγαπώ. Από τότε έφυγα, όπως όλοι της γενιάς μου σχεδόν και πήγα στο Παρίσι, εκεί γνώρισα τους άλλους, τον Μπαζίγ, τον Ρενουάρ, τον Πισαρό. Θυμάμαι που τους άλλους τους χαρακτήριζαν Μποέμ, εμένα όχι ίσως γιατί φόραγα πουκάμισα με δαντελένιες μανσέτες. Μου ήρθε στο μυαλό μια συζήτηση που είχαμε με τον Ρενουάρ πριν λίγους μήνες. Καθόμασταν στο τραπέζι και είχαμε πιάσει την κουβέντα για τα παλιά, λέγαμε ότι ήταν μια περίοδο που τρώγαμε όλο φασόλια και φακές, στο τραπέζι καθόταν και ο μικρός γιος του Ρενουάρ που ρώτησε με την παιδική του αφέλεια αν τα τόσα πολλά όσπρια δεν μας έπεφταν κομματάκι βαριά. Ο Ωγκύστ απάντησε γελώντας στο γιό του πως ποτέ δεν ήταν πιο ευτυχισμένος στην ζωή του. Και είχε δίκιο, δεν υπήρξαμε πιο ευτυχισμένοι. Όμως κάτι έπρεπε να κάνω με την τέχνη που είχα αποφασίσει να υπηρετήσω, είχα πάντα στην σκέψη μου πως το θέμα που είχα μπροστά μου έχει μια δευτερεύουσα σημασία, σε αυτό που έδινα προτεραιότητα να αποδώσω ήταν αυτό το αόρατο που ζούσε και υπήρχε ανάμεσα σε εμένα και το θέμα και αυτό το κατάφερα τυχαία χάρις στην Καμίγ, την αγαπημένη μου, την απέδωσα με ένα πράσινο φόρεμα, έβγαλα αυτό ακριβώς που ένιωθα και όχι αυτό που έβλεπα, αυτός ο πίνακας ήταν η υπογραφή μου στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Αυτό βέβαια κάθε άλλο παρά πλούσιο με έκανε, έπρεπε να προσπαθήσω πιο πολύ, να μπορέσω να ανακαλύψω τα θέματα μου, έτσι χωρίς χρήματα, με την Καμίγ έγκυο, και τον μόνο άνθρωπο που με βοηθούσε οικονομικά, τον Μπαζίγ, άρχισα να δουλεύω εντατικά. Ήταν τόση η λαχτάρα μου να ζωγραφίζω που μια μέρα πήγα στην ακρογιαλιά. Έδεσα το καβαλέτο με τον μουσαμά με ένα σκοινί γιατί φυσούσε και ξεκίνησα, όμως δεν υπολόγισα καλά, ή μάλλον για να πω την αλήθεια δεν υπολόγισα καθόλου την παλίρροια έτσι ένα κύμα ήρθε άξαφνα καταπάνω μου με άρπαξε και με πέταξε στην θάλασσα μαζί με όλα τα σύνεργα της δουλειά μου. Ακόμα θυμάμαι το ύφος της Καμίγ μόλις με είδε βρεγμένο, με τους μουσαμάδες μούσκεμα και εμένα μάλλον με ένα ύφος σαν βρεγμένης γάτας. ¨Η τέχνη απαιτεί γενναιότητα από τους στρατιώτες της¨ της είπα για να δικαιολογηθώ, δεν κρατήθηκε και ξέσπασε στα γέλια. Το σωτήριο έτος του 1878 η Καμίγ κληρονόμησε κάποια χρήματα από τον πατέρα της που μας έβγαλαν για πρώτη φορά από την μιζέρια και ξεκινήσαμε να ζούμε μια πιο άνετη ζωή. Έτσι αποφάσισα να ζωγραφίζω πίνακες που ως τότε δεν ήταν – επιτρέψτε μου την έκφραση – της μόδας. Έτσι έβαλα στο μάτι τον σταθμό του Σαιν Λαζάρ, όμως πώς να τον ζωγραφίσω, ήταν ένα πρόβλημα, λόγω του ότι ήθελα τα τρένα να είναι κάπως ακίνητα, οξύμωρο ναι, ακατόρθωτο ίσως έτσι . . . ή μάλλον καλύτερα να σας αφηγηθώ την ιστορία όπως την είπε ο Ωγκύστ, που μάλιστα την ιδέα μου την θεώρησε θρασύτατη, εδώ που τα λέμε ίσως και να ήταν. ¨Φόρεσε τα καλύτερα του ρούχα, έφτιαξε τις δαντελένιες μανσέτες του και κουνώντας ανέμελα το μπαστούνι του με την χρυσή λαβή έδωσε στον εμβρόντητο διευθυντή του σταθμού την κάρτα του. Ο διευθυντής τον οδήγησε αμέσως στο γραφείο του, τον έβαλε να καθίσει και ο Μονέ του συστήθηκε με ύφος, είμαι ο ζωγράφος Κλωντ Μονέ. Ο διευθυντής δεν είχε ιδέα από ζωγραφική αλλά δεν τόλμησε να το δείξει. Ο Μονέ έξυπνος τον άφησε λίγη ώρα αμίλητο από την αμηχανία και του ανακοίνωσε τα μεγαλειώδη νέα. Αποφάσισα να ζωγραφίσω τον σταθμό σας, για πολύ καιρό προβληματιζόμουν, δεν ήξερα αν πρέπει να ασχοληθώ με τον σταθμό του βορρά ή τον δικό σας, όμως τελικά πιστεύω πως ο πιο χαρακτηριστικός είναι ο δικός σας. Δεν χρειάστηκε κάτι άλλο τα τρένα ακινητοποιήθηκαν, οι αποβάθρες έκλεισαν, οι ατμομηχανές δούλευαν για να γεμίσει ο χώρος με καπνό όπως επιθυμούσε ο ζωγράφος και ο Μονέ με δεσποτικό τρόπο εγκαταστάθηκε στον σταθμό για μέρες, απολάμβανε τον απόλυτο σεβασμό από όλους και έτσι κατάφερε να τελειώσει σχεδόν δώδεκα πίνακες.¨ Όμως η ζωή δεν είναι δυστυχώς μόνο αστεία, λίγο καιρό μετά η Καμίγ πέθανε αφήνοντας δυο παιδία και εμένα δυστυχισμένο. Ήταν ένα μεγάλο πλήγμα στην ζωή μου και στην τέχνη μου, άρχισα να ζωγραφίζω πιο αφηρημένα τοπία, πιο γκρίζα ίσως, για λίγο καιρό το φως είχε χαθεί από την παλέτα μου. Ώσπου πέντε χρόνια μετά συναντώ την Αλίς. Ανακαλύπτω πως τα θέματα που ζωγράφιζα δεν ήταν αυτά που ήταν αλλά αυτά που γινόντουσαν όταν φωτίζονταν, το φως επιτέλους φώτισε ξανά τα μάτια μου και τους πίνακες μου, έτσι δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατο της Καμίγ οι πίνακες μου βρήκαν την αναγνώριση που τους έλειπε, και εγώ το τέλος των στερήσεων και των ταπεινώσεων. Πλέον δούλευα όλο και πιο πολύ, από τις έξι το πρωί μέχρι να δύση ο ήλιος ζωγράφιζα, πολλούς πίνακες μαζί, πήγαινα από καβαλέτο σε καβαλέτο, με την ίδια παλέτα, τα πινέλα μου ήταν γεμάτα χρώματα και αυτό με γέμιζε χαρά, έκσταση, πάθος για να δημιουργήσω να μετατρέψω το απλό χρώμα σε εικόνα, να κάνω το πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα, το μπλε ουρανό, το άσπρο σύννεφο, πάλευα με το μυαλό, με την λογική, με την φαντασία, και δημιουργούσα κόσμους, τους κόσμους που βρίσκονταν κρυμμένοι ανάμεσα σε μένα και το θέμα. Όλο αυτό όμως τελικά με συνεπήρε, μάλλον έφτασα να γίνω για τους υπόλοιπους κακότροπος ή και καταθλιπτικός. Ναι μπορεί να ήταν έτσι όμως εγώ έβλεπα πλέον κόσμους μπροστά μου που ήταν έτοιμοι να τους ζωγραφίσω, κάθονταν εκεί μπροστά μου ακίνητοι και περίμεναν να πιάσω τα πινέλα, τις μαγικές ράβδους μου όπως τα έλεγα. Έφτασα στο σημείο να θεωρώ μέτρια τα έργα που δεν με ικανοποιούσαν και τα κατέστρεφα ή τα έκαιγα. Βέβαια σε αυτό έφταιγε το ότι είχα δει το πλιάτσικο που έκαναν οι έμποροι τέχνης στο εργαστήριο του φίλου μου του Μανέ, το απογύμνωσαν. Αγαπημένη μου Μπλανς, κόρη μου, μην αφήσεις να γίνουν τα έργα μου έρμαιο του κάθε φιλόδοξου έμπορου.
5 Δεκεμβρίου 1926
Όσκαρ Κλώντ Μονέ
Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010
Oskar Claude Mone
Αναρτήθηκε από
george
στις
11:27 π.μ.
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Μοιραστείτε το στο TwitterΜοιραστείτε το στο Facebook
| Αντιδράσεις: |
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου