"Που είμαι; ποιος με έφερε εδώ; εγώ ζωγράφιζα, το θυμάμαι καλά πως ζωγράφιζα στην βροχή."
"Ησυχάστε κύριε Σεζάν, είστε άρρωστος, ευτυχώς που σας βρήκαν, δεν θυμάστε τίποτα; είχατε πέσει αναίσθητος από τον πυρετό, ήσασταν πολύ ώρα και ζωγραφίζατε κάτω από την βροχή, και το κρύο, ξεκουραστείτε, το έχετε μεγάλη ανάγκη." Τα μάτια του έκαιγαν από τον πυρετό, όμως είχε άλλες έννοιες.
"Σας παρακαλώ μου δίνετε ένα επιστολόχαρτο από το γραφείο μου, πρέπει να γράψω ένα γράμμα.
"Αφήστε τα αυτά δεν πρέπει να κουράζεστε."
"Γιατρέ αν ο προμηθευτής σας δεν σας είχε στείλει ένα φάρμακο που το χρειαζόσασταν εδώ και δέκα μέρες δεν θα του γράφατε, ε λοιπόν και για μένα είναι μεγάλη ανάγκη να γράψω την επιστολή αυτή, χρειάζομαι χρώματα, τα έχω παραγγείλει εδώ και δέκα μέρες και δεν έχουν έρθει." Χαμογέλασε με συγκατάβαση και του έφερε το επιστολόχαρτο μαζί με μια πένα και μελάνι. Έγραψε αμέσως, υπέγραψε και το ξανάδωσε στον γιατρό.
"Σας ευχαριστώ, αν έχετε την καλοσύνη μπορείτε αύριο να το δώσετε στην ταχυδρομική υπηρεσία να το στείλει."
"Μην ανησυχείτε, αύριο θα έχει σταλεί. Τώρα όμως κάντε μου την χάρη να ξεκουραστείτε." Τον κοίταξε με αδύναμα μάτια, ο γιατρός το είδε στο βλέμμα του, ήξερε.
"Θα σας κάνω παρέα αυτό το βράδυ, άλλωστε αύριο το πολύ μεθαύριο θα είναι εδώ η γυναίκα σας και ο γιος σας."
"Ξέρετε γιατρέ, γεννήθηκα στο Αιξ αν Προβάνς, 19 Ιανουαρίου το 1839, πριν 67 χρόνια, και αν κάνω έναν απολογισμό σε αυτά τα χρόνια μπορώ να πω πως μάλλον ήμουν τυχερός άνθρωπος, όχι όμως τολμηρός, θαρραλέος, μάλλον ήμουν δειλός. Αν δεν ήταν ο Ζολά να με παροτρύνει το πιο πιθανό ήταν να ήμουν ένας τραπεζίτης καλοζωισμένος που στο υπόγειο του σπιτιού του είχε ένα καβαλέτο για να μουτζουρώνει τα όνειρα του. Αν και δεν μιλάμε με τον Εμίλ, από πείσμα δικό μου περισσότερο, θυμάμαι ακόμα το γράμμα του που έφερε την επανάσταση στο σπίτι τον Σεζάν. Μου έγραφε, ' Μήπως η ζωγραφική είναι για σένα μόνο μια ιδιοτροπία, ένα καπρίτσιο που σε έπιασε μια ημέρα που βαριόσουν, ένα χόμπι ίσως; Αν είναι έτσι τότε μπορώ να κατανοήσω την συμπεριφορά σου, κάνεις καλά που δεν έρχεσαι σε ρήξη με την οικογένεια σου. Όμως αν νιώθεις πως η ζωγραφική είναι η πραγματική σου αποστολή - πράγμα που πιστεύω απόλυτα εγώ - αν αισθάνεσαι ότι μπορείς να τα καταφέρεις τότε είσαι απερίγραπτα απίθανος και παράλογος, μην θυμώσεις άλλα δεν έχεις δύναμη στον χαρακτήρα σου.' Και μου έγραφε κι άλλα πολλά. Τελικά την έκανα την επανάσταση μου. Ο Πατέρας μου το πήρε απόφαση πως δεν πρόκειται να τον διαδεχτώ στην τράπεζα και έτσι με έστειλε στο Παρίσι για σπουδές πάνω στην τέχνη και με μηνιαίο επίδομα 125 φράγκων. Τελικά ζωγράφιζα, κατάφερα να κάνω το όνειρο μου πραγματικότητα, αλλά πάντα, μέχρι και σήμερα, με απόρριψη. Δεν θα ξεχάσω μια κριτική που προέτρεπε τις έγκυες γυναίκες να μην έρθουν στην έκθεση γιατί θα πάθαιναν κίτρινο πυρετό αυτές και το μωρό που έχουν στην κοιλιά τους." Ο γιατρός χαμογέλασε άθελα του, αλλά αμέσως κοκκίνισε από ντροπή.
"Μην κοκκινίζετε γιατρέ, αν τους άκουγα αυτήν την στιγμή δεν θα είχαμε αφορμή για να βρεθούμε. Απλά αυτά τα σχόλια όσο και αν με πείραζαν μου έδιναν δύναμη να συνεχίσω. Το 1869 γνωρίζω την Ορτάνς, αν την δεις γιατρέ θα καταλάβεις, δεν είναι όμορφη είναι όμως η γυναίκα που παρόλο που δεν αγαπούσε την τέχνη καθόταν με τις ώρες και πόζαρε για να ικανοποιήσει εμένα, βέβαια, ξέρεις δα πως είναι οι γυναίκες, όταν γέννησε τον γιο μας εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι ενώ εγώ πηγαινοέρχομαι από εκεί στο Αιξ. Θα πρέπει να παραδεχτώ πως είμαι ένας πολύ δύσκολος άνθρωπος, με πολλές και τεράστιες ιδιοτροπίες. Αν μπορώ να θυμηθώ πια εποχή ήμουν πιο ήρεμος, πιο ευτυχισμένος ήταν την εποχή που ήμουν στο σπίτι του Πισαρό, μου είχε σταθεί σαν πατέρας, τον είχα σχεδόν σαν Θεό μου όσο υπερβολικό και αν ακούγετε αυτό. Όμως και αυτός με εκτιμούσε, θυμάμαι όταν με κάλεσε να εκθέσω και εγώ κάποια έργα μου σε μια έκθεση ήρθε σε σύγκρουση με πολλά μέλη και πιο πολύ με τον Μανέ ο οποίος απέσυρε τα έργα του και έλεγε για μένα πως ήμουν ένας χτίστης που ζωγραφίζω με το μυστρί μου." Αυτήν την φορά έβαλαν και οι δύο τα γέλια, όμως τον Σεζάν τον έπιασε μια κρίση βήχα, με την βοήθεια του γιατρού συνήλθε γρήγορα.
"Γελάω τώρα αλλά τότε δεν γέλαγα καθόλου, μόλις το 1877 θα γράψει για μένα ο τεχνοκριτικός Ζώρζ Ριβιέρ πως ήμουν ο μόνος καλλιτέχνης της τελευταίας δεκαπενταετίας που τύπος και κοινό τον έχουν λοιδωρήσει περισσότερο από κάθε άλλων και πως δεν υπάρχει προσβλητικός χαρακτηρισμός που να μην μου έχει αποδοθεί, έγραψε όμως μεταξύ άλλων πως γι' αυτόν η ζωγραφική μου δεν έχει τίποτα το γελοίο. Συνέχισα με πείσμα ώσπου αποξενώθηκα, ναι . . . έτσι έγινε και τελικά μάλλον δεν κατάφερα να επανέλθω, ήμουν αποτραβηγμένος και μάλλον δυστυχισμένος, μόνο η ιδέα του γιου μου με έκανε να χαμογελώ. Πίστευα πως ο κόσμος δεν με έπαιρνε στα σοβαρά όχι τόσο εμένα όσο το έργο μου, όμως τώρα δείχνει κάτι να αλλάζει, ίσως να ωρίμασα. Προσπάθησα να αποδώσω την φύση το φως αλλά το φως δεν είναι κάτι που μπορεί να αναπαρασταθεί, αλλά κάτι που μπορεί να απεικονιστεί με την χρήση ενός άλλου μέσου. Του χρώματος. Και αυτό μπορούσα να κάνω καλά και αυτό έκανα." Ο γιατρός όλη αυτήν την ώρα τον άκουγε με απόλυτη προσοχή όμως είχε προσέξει πως ο ζωγράφος είχε κουραστεί πολύ.
"Καλύτερα να κοιμηθείτε κύριε Σεζάν"
"Ναι άλλα όχι τώρα, πρέπει σε κάποιον να μιλήσω, ξέρετε γιατρέ γι' αυτά δεν έχω μιλήσει σε κανέναν, και το έχω μετανιώσει, γιατί πολύ απλά αυτή ήταν η ζωή μου, τώρα στο τέλος . . ."
"Δεν ήρθε κανένα τέλος"
"Μην προσπαθείτε να με κοροϊδέψετε γιατρέ, ξέρουμε και οι δύο τι θα γίνει, όμως ήθελα να σας πω πως έχω μετανιώσει για το ότι δεν ξαναμίλησα στον Εμίλ, τον πρώτο άνθρωπο που πίστεψε σε εμένα, και για το ότι δεν έδωσα μεγαλύτερη αγάπη στην γυναίκα μου και στον γιο μου. Αυτό γιατρέ να το θυμηθείς να το πεις."
"Θα τους το πεις εσύ ο ίδιος." Ο Σεζάν αχνογέλασε και γύρισε πλευρό για να κοιμηθεί, άπλωσε το χέρι του και έπιασε την παλάμη του γιατρού.
"Τόση ώρα σου μιλάω και δεν σε ρώτησα καν το όνομα σου . . . όμως δεν θέλω να το μάθω, είναι καλύτερα έτσι, ανώνυμος σαν άγγελος που ήρθε πάνω από το κρεββάτι του ασθενούς." Του έσφιξε το χέρι, με θέρμη.
"Γιατρέ μην ξεχάσεις να στείλεις αύριο την επιστολή που σου έδωσα." Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του. Η λαβή της παλάμης του ζωγράφου ξεσφύχτηκε απότομα και έπεσε αιωρούμενο στην άκρη του κρεβατιού. Ο Γιατρός του χάιδεψε το μέτωπο απαλά, είχε κιόλας ξημερώσει έπρεπε να πάει στο ταχυδρομείο. Βγήκε από το δωμάτιο την ώρα που άνοιγε η εξώπορτα και είδε μια γυναίκα και ένα νεαρό να περνάνε το κατώφλι. Τον κοίταξαν περιμένοντας κάτι να τους πει.
"Σας αγαπούσε πολύ και ήθελε πάρα πολύ να σας το έχει πει." Ξέσπασαν σε κλάματα, ο γιατρός έσκυψε το κεφάλι του και πήγε να στείλει την επιστολή που ο ζωγράφος ζητούσε τα χρώματα, ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ο ζωγράφος χρειαζόταν αυτά τα χρώματα.
Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010
PAUL CEZANNE
Αναρτήθηκε από
george
στις
12:06 μ.μ.
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Μοιραστείτε το στο TwitterΜοιραστείτε το στο Facebook
| Αντιδράσεις: |
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Ενδιαφέρουσα διήγηση! Ωραίοι τύποι οι ζωγράφοι.
ΑπάντησηΔιαγραφήΔεν ξέρω πως βρίσκετε τόσο όμορφες ιστορίες. Είχα βρει κι εγώ μία για τον Édouard Manet και την έβαλα στο blog μου un petit bateau
Από το blog σας στη lifo πήρα την ιδέα κι έβαλα μια αναφορά στον Matisse.