Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

HENRI EMILE BENOIT MATISSE

Άγγιξα το πόμολο με την ίδια λαχτάρα, όπως την πρώτη φορά. Άνοιξα την πόρτα, το γνώριμο της τρίξιμο με καλωσόρισε. Το άρωμα από τα χρώματα, τους καμβάδες, το χαρτί ήρθε να με προϋπάντηση.
«Δάσκαλε; Δάσκαλε;» Δεν πήρα καμία απάντηση. Ανησύχησα. «Κύριε Ανρί εγώ είμαι ο Ζορζ.» Τίποτα. Με μικρά, μάλλον διστακτικά βήματα προχώρησα πιο μέσα. Έψαχνα με τα βλέμμα να τον βρω, η ματιά μου έπεσε σε μια πόρτα που έχασκε, σε μια πόρτα που ποτέ ξανά δεν είχα δει τι κρύβει μέσα της. Το σκοτάδι του δωματίου το έσπαγε ένα αχνό φως, μάλλον από κάποιο σπαρματσέτο. Πλησίασα με φόβο, μια σιλουέτα καθισμένη δίπλα σε ένα παλιό γραφείο δέσποζε στον μουντό χώρο.
«Κύριε Ανρί;» Αντί για απάντηση πήρα ένα νεύμα που μου έλεγε να πλησιάσω. Καθόταν εκεί, σαν αρχαίος σοφός. Όταν έφτασα πιο κοντά είδα πως ήταν δακρυσμένος και χάιδευε ένα παλιό ξύλινο κουτί, που μάλλον κάποτε πρέπει να είχε χρώματα. Κάθισα δίπλα του και τότε σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε στα μάτια και έσπρωξε προς τα μένα το ξύλινο κουτί, που ήταν γεμάτο λεκέδες από κάθε λογίς χρώμα.
«Τα χρώματα έχουν μια ιδιάζουσα ομορφιά, που πρέπει να διαφυλάξουμε όπως στην μουσική τα ηχοχρώματα. Είναι θέμα οργάνωσης, δομής ενός έργου να μη χαθεί η ομορφιά και η φρεσκάδα του χρώματος».
Ο ήχος της φωνής του πάντα με μαγνήτιζε, από την πρώτη μέρα που με δέχθηκε σαν μαθητή του. Κοίταξα μια αυτόν, μια το κουτί, κατάλαβε πως ήθελα να μάθω.
«Θα σου φανεί παράξενο, αλλά πότε δεν είχα σκεφτεί πως θέλω να γίνω ζωγράφος, μάλιστα δεν ήμουν, θα μπορούσα να πω, ούτε χαρισματικό παιδί και σίγουρα δεν είχα δείξει ποτέ ότι είχα ταλέντο για αυτήν την τέχνη που τώρα υπηρετώ. Από το 1869 που γεννήθηκα μέχρι και το 1890 οι σκέψεις μου ήταν πως θα μπορέσω, ή να συνεχίσω την δουλειά του πατέρα μου ή να γίνω δικηγόρος. Το πρώτο δεν το κατάφερα, ενώ στο δεύτερο δούλεψα σαν απλός υπάλληλος σε ένα γραφείο στο Σαιν Κεντέν. Όμως, όπως σου είπα, εκείνη την χρονιά, το 1890, αρρώστησα, όχι κάτι σοβαρό, όπως τώρα, όμως έμεινα στο κρεβάτι σχεδόν έναν χρόνο. Η μητέρα μου, μην μπορώντας να με βλέπει να κάθομαι έτσι άπραγος, μου δώρισε αυτό το ξύλινο κουτί με τα χρώματα για να περνάω την ώρα μου. Αποδείχτηκε πως ήταν το ομορφότερο δώρο που μου έχουν κάνει ποτέ στην ζωή μου. Αμέσως τα παράτησα όλα, κάτι μέσα μου επαναστάτησε, ο δρόμος πλέον ήταν χωρίς επιστροφή, ήθελα να γίνω ζωγράφος. Μετακόμισα στο Παρίσι και αφοσιώθηκα στην ζωγραφική. Εκεί γνώρισα τον πολύ καλό μου φίλο, τον Μαρκέ, ξεκίνησα να σπουδάζω και σύγχρονος να προσπαθώ να αντιγράψω έργα των Πουσέν, Ραφαήλ, Σαρντέν, Νταβίντ.
Στο Παρίσι την ίδια εποχή γνώρισα και την Αμελί, την γυναίκα μου. Όταν ευτύχισα να δω έργα του Βαν Γκογκ νόμισα πως πλέον όλα ξεκαθάριζαν, όμως ήξερα πως δεν ήθελα να ακολουθήσω τον Ιμπρεσιονισμό, αλλά κάτι που θα έκφραζε αυτό που εγώ είχα στο μυαλό μου για την ζωγραφική, με λίγα λόγια, δεν ήταν αυτό που ήθελα να κάνω, αν και πιστεύω πως ήμουν αρκετά κοντά σε αυτούς σαν σκέψη. Δεν μπορούσα να αντιγράψω πιστά την φύση – όπως ο Βαν Γκογκ. Αντίθετα ένιωθα την ανάγκη να την ερμηνεύσω, να την προσαρμόζω στο πνεύμα του έργου μου. Όλες οι χρωματικές συνθέσεις πρέπει να οδηγούν σε μια ζωντανή χρωματική συγχορδία, σε μια αρμονία ανάλογη με εκείνη της μουσικής σύνθεσης. Μην με κοιτάς με απορία Ζορζ, ξέρω πως δεν με έχεις ξανακούσει να μιλάω έτσι, όμως ναι, πιστεύω πως η μουσική έχει πολλές ομοιότητες με την ζωγραφική. Η αρμονία, η ψυχική ευεξία που μπορεί να σου χαρίσει μια παράσταση σε μια όπερα, την ίδια μπορεί να σου χαρίσει και ένας πίνακας. Κάθε πίνακας είναι ένα μεγαλειώδες έργο, κάθε μορφή παίρνει την θέση της στο χώρο κερδίζοντας έναν ρόλο ή πρωτεύων ή δευτερεύων . . . και αυτό είναι που έχει σημασία, αφού οι ρόλοι είναι αυτοί που καθιστούν το έργο αρμονικό και ευχάριστο. Όλα λοιπόν ξεκίνησαν από το δώρο της μητέρας μου από αυτό το ξύλινο κουτί. Στις αρχές φοβόμουνα, δεν ήξερα αν είχα διαλέξει τον σωστό δρόμο ή αν είχα κάνει ένα τεράστιο λάθος όμως ήμουν σίγουρος πως αυτό που έκανα τώρα το αγαπούσα και το έκανα με όλη μου την ψυχή. Ζωγράφιζα συνέχεια, συνέχεια, πήγαινα σε εκθέσεις, έβαζα όλον τον εαυτό μου στου πίνακες μου όμως κανείς δεν τους αγόραζε. Εν τω μεταξύ είχαν έρθει στον κόσμο η Μάργκεριτ, με τον Πιέρ, τα παιδία μου, και όπως καταλαβαίνεις τα οικονομικά μου πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Εκείνη η απελπισία ήταν που με έκανε να ακολουθήσω μια τεχνοτροπία που την είχα από καιρό μες στο μυαλό μου, να ζωγραφίζω με πιο έντονα, άναρχα χρώματα. Αυτό με έβγαλε από την αφάνεια, έγινε σάλος, οι πίνακες μου άρχισαν να πουλάνε σαν τρελοί και αυτό με έβγαλε αυτομάτως από την μιζέρια. Ήταν τόσο άναρχη αυτή η τεχνοτροπία που την ονόμασαν les fauves (Τα αγρίμια).
Ταξίδεψα πολύ, για να μπορέσω να γεμίσω το μυαλό μου με εικόνες, να δω άλλο φως, άλλους ανθρώπους, πήγα στο Μαρόκο, στην Ταϊτή, στην Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο, στην Βρετάνη, όμως πάντα γύριζα στο Παρίσι. Είχα πια πάψει να βλέπω την ζωγραφική όπως την έβλεπαν οι παλιοί δάσκαλοι, η ζωγραφική πιστεύω δεν υπάρχει πια για να αναπαριστά ιστορικά γεγονότα, άλλωστε γι’ αυτό υπάρχουν τα βιβλία. Από την ζωγραφική περιμένω περισσότερα, θέλω ο κάθε καλλιτέχνης να εκφράζει τα εσωτερικά του οράματα.
Μετά ήρθε ο δεύτερος πόλεμος Ζορζ, με πρόλαβε στο Παρίσι. Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Γαλλία είχα τα χαρτιά για να φύγω, και ίσως να ένιωθα καλύτερα αν έφευγα, θα ήμουν ελεύθερος, όταν όμως βρέθηκα στον δρόμο και είδα τις ατελείωτες ουρές ανθρώπων να φεύγουν από την χώρα, σταμάτησα να σκέφτομαι την φυγή, άλλωστε μόνο με το βάρος του εισιτηρίου στην τσέπη ήδη ένιωθα σαν λιποτάκτης. Σκέφτηκα πως αν φύγουμε εμείς που έχουμε μια κάποια αξία για αυτήν την χώρα τότε ποιος θα μείνει στην Γαλλία αυτές τις δύσκολες ώρες.
Με έχεις ρωτήσει πολλές φορές τι είναι το χρώμα. Φίλε μου Ζορζ το χρώμα είναι το φως, όχι το φυσικό φαινόμενο, είναι απλά το μέσο για να εκφράσει ο καλλιτέχνης το φως που έχει μες στο μυαλό του και την ψυχή του.»
Πήρε κοντά του πάλι το ξύλινο κουτί που πλέον ήταν γεμάτο αναμνήσεις και το έβαλε ξανά πίσω σε ένα παμπάλαιο μπαούλο. Μου χαμογέλασε, μόνο τότε κοίταξα μέσα στο δωμάτιο για να δω τι άλλο υπήρχε μέσα. Η έκπληξη γέμισε τα μάτια μου, πίνακες, γλυπτά, χαρακτικά, γκουάς, μια τεράστια γκαλερί από έργα του κλεισμένα εδώ. Γύρισα προς το μέρος που καθόταν, όμως ήδη είχε γυρίσει και έσπρωχνε τις ρόδες της αναπηρικής καρέκλας του έξω από το μυστηριώδες δωμάτιο. Τον ακολούθησα και η πόρτα έκλεισε για τελευταία φορά.
«Ευτυχώς Ζορζ η γενιά σου δεν γνώρισε πόλεμο, όμως ο πόλεμος έχει και μια θετική πλευρά, την βαρύτητα που θα δώσει στην ζωή, ακόμη και σε εκείνους που δεν συμμετείχαν σε αυτόν, αρκεί όμως να μπορέσουν να συμμεριστούν τα συναισθήματα του απλού στρατιώτη που δίνει την ζωή του χωρίς να ξέρει το γιατί αλλά που έχει την συγκεχυμένη αίσθηση ότι αυτή η προσφορά είναι αναγκαία! Σου εύχομαι να μην γνωρίσεις ποτέ πόλεμο. Αυτό ήταν το μάθημα για σήμερα Ζορζ. Αύριο θα προσπαθήσουμε να μάθουμε κάτι άλλο, πως με τα χρώματα μπορείς να χρωματίσεις ότι θέλεις, με ότι χρώμα θέλεις, φτάνει να μπορείς αυτό να το βλέπεις με τα μάτια της ψυχής σου.»
Η μέρα του τελευταίου μαθήματος με τον δάσκαλο μου Ανρί Ματίς ήταν στις 3 Νοεμβρίου του 1954. Το μάθημα για τα χρώματα ποτέ δεν το κάναμε. Όμως όταν πήγα για το μάθημα την άλλη μέρα, είχε αφήσει για μένα ένα γράμμα, μαζί με το ξύλινο κουτί – που το άφηνε υπό την προστασία μου – το γράμμα μέσα είχε μόνο μια επιστολή του Πικάσο για τα έργα του Ματίς.
<<Το γεγονός πως σε κάποιον από τους πίνακες μου υπάρχει μια κόκκινη κηλίδα, δεν είναι και το πιο σημαντικό στοιχείο του πίνακα. Ο πίνακας φτιάχτηκε ανεξάρτητα από την όποια κηλίδα. Μπορείς να την αφαιρέσεις κι ο πίνακας συνεχίζει να υπάρχει. Στο έργο του Ματίς όμως είναι αδιανόητο να αφαιρέσεις μια κόκκινη κηλίδα – όσο μικρή και να είναι – χωρίς να καταρρεύσει αμέσως ολόκληρος ο πίνακας.>>
΄΄ΠΙΚΑΣΟ.΄΄
Πήρα το ξύλινο κουτί και πήγα στο ατελιέ μου, έβαλα τα χρώματα μες στο κουτί και έτσι μετά και το τελευταίο μάθημα ήμουν έτοιμος για να ξεκινήσω να ζωγραφίζω τα δικά μου έργα.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου