«Αγαπητέ μου φίλε Πωλ. Αυτόν τον καιρό θεωρείσαι ένας εξαίρετος, ένας υπέροχος καλλιτέχνης, που στέλνει τα παράξενα, αλλά απαράμιλλα έργα του από τον Ειρηνικό Ωκεανό – δημιουργίες ενός σπουδαίου ανθρώπου, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο, έχει εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο. Απολαμβάνεις τιμές νεκρού. Έχεις διαβεί το κατώφλι της ιστορίας της τέχνης. Ο φίλος σου και θαυμαστής σου Ντανιέλ Ντε Μονφρέ.»
8 Απριλίου 1903 Παρίσι.
Δίπλωσα το γράμμα μέσα στην χούφτα μου χαμογελώντας με πίκρα για την ειρωνεία της τύχης. «Απολαμβάνεις τιμές νεκρού.» Που να γνώριζε ο Ντανιέλ πως μετά έναν μήνα που θα έφτανε το γράμμα του ο φίλος μας ο Πωλ θα ήταν νεκρός.
Δυο μέρες τώρα χωρίς τον Πωλ κάθομαι εδώ μέσα στην καλύβα του, τον οίκο της απόλαυσης όπως του άρεσε να την λέει, και θυμάμαι τις περιπέτειες που ζήσαμε μαζί ή αυτές που του άρεσε να μου διηγείται όταν ζωγράφιζε. Πήρα ένα κομμάτι καμβά και έγραψα πάνω εκεί μια απάντηση στο Ντε Μονφρέ.
Άργησε, όμως ήρθε η στιγμή. Είχε αποφασίσει να ζήσει την ζωή, γκρίνιαζε βέβαια, σαν γνήσιος καλλιτέχνης.
Η στιγμή που τον επηρέασε σημαντικά την ζωή του ήταν τα χρόνια στο Περού, εκεί βρέθηκε από τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε επαφή με το πρωτόγονο, νομίζω, αν μπορώ να ξέρω τι γινόταν μες στο μυαλό του, πως έψαχνε έναν νέο παράδεισο που θα μπορούσε να τον δείξει σε όλους μέσω της ζωγραφικής του.
Συνέχισε να ψάχνει, από το 1848 που γεννήθηκε μέχρι το 1871 ταξίδευε, άλλες φορές σαν επιβάτης άλλες σαν ναυτικός. Όμως κάτι έλειπε. Τον θυμάμαι να αναπολεί με πίκρα την οικογένεια του. Όσο και αν στο τέλος της ζωής του έλεγε πολλά εναντίον της Μέτε – τον είχε επηρεάσει και ο θάνατος του γιού του Κλοβίς - αυτή τον αγαπούσε, δεν παντρεύτηκε άλλον, αν και ο Πωλ δεν ήταν ποτέ εκεί για να βοηθήσει ή χρηματικά ή σαν πατέρας, και πάντα προσπαθούσε να τον βοηθήσει όπως αυτή νόμιζε πως είναι το σωστό.
Όταν γνώρισε τον Σουφενέκερ όλα άλλαξαν, βρήκε αυτό που έλειπε, πλέον είχε βρει τον τρόπο να χρωματίσει τα όνειρα του, τις σκέψεις του.
Από την πρώτη κιόλας στιγμή, θυμάμαι να μου λέει, πίστευε πως αυτό ήταν τελικά το μέσο που μπορούσε να εκφραστεί. Άλλωστε πάντα έλεγε «Είμαι σπουδαίος ζωγράφος και το ξέρω καλά.»
Η πρώτη του φυγή ξεκινάει μετά την ένθερμη υποδοχή ενός πίνακα του. Αφήνει την δουλειά του και φεύγει για την βρετάνη, έψαχνε να βρει τα χρώματα, την έμπνευση. Το ίδιο προσπάθησε να βρει και στην Αρλ όταν μετακόμισε για να συναντήσει τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Όμως εκεί δεν ήταν αυτό που έψαχνε. Όπως έγραψε σε ένα από τα γράμματα του ο Βίνσεντ, ο Γκωγκέν ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν γινόταν αποδεκτός και υπέφερε. «Ο κόσμος δεν τον καταλαβαίνει ακόμα και υποφέρει που δεν πουλάει τίποτα αλλά αυτό συμβαίνει και σε άλλους αυθεντικούς καλλιτέχνες.» Τελικά μόλις δυο μήνες έμεινε εκεί. Το είχε αποφασίσει θα έφευγε στους Τροπικούς.
Στο Παρίσι στο καφέ volpini τον γνώρισα και εγώ, δυο χρόνια μετά φεύγει για Ταϊτή, μαζί τον ακολουθάω και εγώ. Τον έβλεπα να ζωγραφίζει, προσπαθούσε να φέρει με την ζωγραφική του πιο κοντά τους Ιθαγενείς της Ταϊτής με την κουλτούρα του Παρισιού, συγχρόνως γράφει και το βιβλίο του Νοά, Νοά. Ξαναγυρνάει στο Παρίσι αφού τα χρήματα που έβγαζε δεν το έφταναν. Όμως μετά την αποτυχημένη, για δεύτερη φορά, έκθεση του φεύγει για πάντα από την Γαλλία.
Τον περίμενα, κατέβηκε σκυθρωπός, με κοίταξε λέγοντας μου. « Θα αφήσω την τελευταία μου πνοή εδώ, στην γαλήνια καλύβα μου, ξέρω πως έχω διαπράξει τεράστια λάθη, ας είναι! Το ίδιο έκανε και ο Μιχαήλ Άγγελος. Μόνο που εγώ δεν είμαι Μιχαήλ Άγγελος.»
Συνέχισε να μιλάει έτσι και να κατηγορεί συνέχεια τον εαυτό του, όμως αυτή η ψυχική διάθεση κατάφερε να τον κάνει καλύτερο στην ζωγραφική του. Άρχισε να αγαπάει τους Ιθαγενείς του. Τον άκουγα να λέει γι’ αυτούς χαρακτηριστικά. «Είναι ευγενικοί μέχρι βλακείας και εντελώς ανίκανοι για σκοπιμότητες.» Τελικά πέθανε ανάμεσα σε αυτούς που τον αγαπήσανε πολύ. Δεν θα μπορούσα να μην γράψω δυο πράγματα πριν κλείσω φίλε μου Ντανιέλ. Το πρώτο είναι μια συνομιλία με τον Χοτέφα, έναν ντόπιο που του είπε πως πρέπει να είσαι άγριος ή παιδί για να πιστεύεις πως ότι ένας καλλιτέχνης επιτελεί χρήσιμο έργο. Όμως ο Πωλ, όπως μου είπε, δεν είχε πιστέψει την εκτίμηση του Χοτέφα. Μάλλον απ’ ότι κατάλαβα εγώ επειδή ίσως ήταν ένα άγριο παιδί. Το άλλο φίλε μου Ντάνιελ είναι, και να το μεταφέρεις όπως ακριβώς το γράφω, όταν ο Πωλ άφησε την τελευταία του πνοή μες στην καλύβα του οι ντόπιοι θρηνούσαν λέγοντας. «Ο Γκωγκέν είναι νεκρός. Χαθήκαμε!»
Αυτές ήταν οι αναμνήσεις που ήρθαν στο μυαλό μου αβίαστα και στα έγραψα για να έχεις μια εικόνα του φίλου μας του Πωλ Γκωγκέν. Εύχομαι να σε βρει το γράμμα του με υγεία.
10 Μαίου 1903 Ατουάνα
Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2010
PAUL GAUGUIN
Αναρτήθηκε από
george
στις
2:00 π.μ.
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Μοιραστείτε το στο TwitterΜοιραστείτε το στο Facebook
| Αντιδράσεις: |
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου