Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009
CARAVAGGIO
Θολά, είναι θολά δεν βλέπω, γιατί δεν βλέπω, τι μου συμβαίνη; Είστε πολύ άρρωστος κύριε. Του απάντησε μια νοσοκόμα. Άρρωστος; Πόσο καιρό είμαι εδώ; Μέρες πολλές, είχατε πυρετό, σας βρήκαμε στην παραλία αναίσθητο. Μα ναί, θυμάμαι, το πλοίο, έχασα το πλοίο για Ρώμη, είχε μέσα όλους του πίνακες μου, πρέπει να σηκωθώ. Έβαλε όση δύναμη είχε όμως το σώμα του ήταν βαρύ σαν μολύβι. Μα τι έχω; Ρώτησε την νοσοκόμα. Είστε πολύ άρρωστος δεν έχετε δυνάμεις να σηκωθήτε. Ξαπλώστε και ξακουραστείτε. Συνέχιζε να βλέπει θολά, έκλεισε τα μάτια για να δει τον κόσμο όπως τον είχε ζωγραφίσει. Του πέρασε από το μυαλό όλη η ζωή του. Το χωρίο που μεγάλωσε στην Λομβαρδία, τον θάνατο του Πατέρα του και του θείου του από την πανούκλα, την μάνα του που προσπάθησε να μεγαλώσει πέντε παιδία μέσα στην φτώχεια. Όλα αυτά τον άλλαξαν τον έκαναν ατίθασο, δύστροπο, ιδιόρυθμο, να αποπνέει φόβο στους γύρω του, όμως ήταν και επαναστάτης, χλεύαζε την εξουσία, ήταν εγωιστής, ήξερε από την αρχή πως ήταν ανανεωτής, ριζοσπάστης, καυχιώταν για την πρωτοτυπία του. Έλεγε πάντα πως οι άνθρωποι είναι ωραίοι όταν είναι αληθινοί, και υπάρχουν στην τέχνη μόνο όπως υπάρχουν στην ζωή. Το μυαλό του πλανιώταν πότε από εδώ πότε από εκεί. Σημάδια κούρασης αν και μόλις τριαντα εννέα ετών. Θυμηθηκε πάλι το Καραβάτζιο δεν μπόρεσε να ξαναγυρίσει εκεί. Άλλωστε η μοίρα του ήταν αυτή τελικά, όπου πήγαινε να μην μπορεί να γυρίσει, και αν τυχών γύρναγε, όπως έγινε στην Νάπολι, κάποιοι ήταν εκεί να τον περιμένουν, και όχι πάντα με καλές διαθέσεις. Αυτός, ο Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζιο. Ο μεγαλύτερος θρησκευτικός ζωγράφος της εποχής του, ο καλύτερος μεταξύ ζωντανών και νεκρών, ο ιππότης του Αγίου Ιωάννη της Μάλτας προσπαθούσε να γυρίσει στην Ρώμη ύστερα από 4 χρόνια φυγής και εξορίας, επείδη σκότωσε τον Τομασσόνι, αυτό το κάθαρμα, και τελικά μάλλον δεν θα τα κατάφερνε, ένιωθε τον πυρετό να τον λυγίζει σιγά σιγά. Ζωγράφισα τέλεια, είμαι σίγουρος γι' αυτό, όμως δεν υπέγραψα ποτέ τα έργα μου, όχι, όχι, λάθος, έχω υπογράψει το μεγαλύτερο μου, τον αποκεφαλισμό του Αγίου Ιωάννη του βαπτιστή. Τα μάτια του κλείσαν εικόνες γύριζαν μες στην μνήμη του όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι που είχε επιλέξει για μοντέλα του και τους είχε κάνει αγίους στους πινακές του. Θυμήθηκε τον άρρωστο Βάκχο. Τελευταία του θύμηση ήταν ο Δαυίδ και ο Γολιάθ. Δυο αυτοπροσωπογραφίες σε έναν πίνακα, ο νέος του εαυτός, και ο παλιός που είχε χάσει την μάχη. Αυτό το μήνυμα ήθελε να δώσει στον Πάπα που του είχε δώσει χάρη, με αυτόν τον πίνακα. Όμως δεν πρόλαβε όλα είχαν σκοτεινιάσει.
Αναρτήθηκε από
george
στις
1:30 μ.μ.
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Μοιραστείτε το στο TwitterΜοιραστείτε το στο Facebook
| Αντιδράσεις: |
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου