Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

GUSTAV KLIMT

’’ Εμιλίε, δεν μπορεί αυτό να συμβεί, ξέρεις πως δεν μπορεί να συμβεί.’’
Η Εμιλίε Φλέγκε ήταν όρθια και σιωπηλή μπροστά στο υγρό παράθυρο με το βλέμμα της στραμμένο κάτω στο δρόμο.
’’ Σου μιλάω, δεν μου απαντάς;’’
’’ Τι να απαντήσω Γκούσταφ; Άλλωστε εγώ πότε δεν σε εγκατέλειψα, πάντα εσύ με άφηνες για άλλες.’’
Ο Γκούσταφ Κλίμτ σιώπησε και αυτός με την σειρά του. Δεν ήθελε να υπάρξει συνέχεια σε μια κουβέντα που δεν θα κατέληγε πουθενά.
’’ Ξέρεις πως δεν μπορώ να ξεφύγω από την ζωή μου, την ίδια μου την ζωή που είναι η δημιουργία και η αμφισβήτηση. Εσύ ειδικά θα έπρεπε να το ξέρεις.’’
’’ Εγώ ειδικά το ξέρω. Σ’ αγαπώ και το ξέρω.’’
’’ Πρέπει να γυρίσω στο ατελιέ μου, τελειώνω το Φιλί.’’
’’ Είναι πράγματι ένας σπουδαίος πίνακας. Θα σε δω αύριο;’’
’’ Βέβαια, όπως πάντα την ίδια ώρα.’’
Ο Γκούσταφ βγήκε στον δρόμο όπου ακόμα έβρεχε.
«Τι ανοησία να μαλώσει με την Εμιλίε.» Σκέφτηκε. Όμως ξέχασε τον καυγά σαν να τον πήρε από το μυαλό του η βροχή.
Έπρεπε να τελειώσει γρήγορα το Φιλί, το προηγούμενο έργο του, η Ελπίδα, έδωσε αφορμή για πολλά αρνητικά σχόλια, πως μπορούσαν αυτοί, αυτόν, να τον κατηγορήσουν τόσο.
Ήταν πλέον πεπεισμένος πως ο κόσμος δεν ήταν ακόμα έτοιμος να δει κατάματα τον ίδιο του τον εαυτό.
«Μια έγκυος γυναίκα, γυμνή, τριγυρισμένη από σκοτεινές μορφές αλλά αυτή έχει μια μόνη ελπίδα και χαμογελάει, το παιδί της.
Μα πως μπορούσαν να μην το δουν;
Όπως έγινε και με τους πίνακες του πανεπιστημίου. Η Νομική, η Φιλοσοφία, η Ιατρική.
Τι έργα, έδωσα όλον μου τον εαυτό σε αυτά τα έργα, αλλά ακόμα και εκεί με κατηγόρησαν για καλλιτεχνική ανικανότητα ενώ έφτασαν στο σημείο κάποιοι να μιλάνε μέχρι και για πορνογραφία!!
Αν είναι δυνατόν, όχι δεν πήγαινε άλλο όλοι αυτοί δεν ήξεραν τι έλεγαν.
Δυστυχώς αυτά τα έργα δεν κατάφερα να τα δω ολοκληρωμένα να τα δω στον χώρο τους, τους πέταξα την αμοιβή στα μούτρα και τα πήρα πίσω, βρίσκονται ακόμα εκεί στο ατελιέ μου περιμένοντας με.»
Ο Κλίμτ συνέχισε να περπατάει με έντονα βήματα μες στην βροχή χωρίς όμως να δίνει σημασία που είχε βραχεί ολόκληρος.
’’Ερνστ, Γκέοργκ, που είστε;’’ Ξέσπασε ξαφνικά φωνάζοντας, κάνοντας τους λίγους περαστικούς που ήταν δίπλα του να τον κοιτάξουν εκνευρισμένοι.
«Ο Ρούντολφ Αϊτελμπέργκερ ήταν αυτός που με έφερε σε αυτό το σημείο.
‘Εσείς πρέπει να γίνεται ζωγράφος’ φώναξε μες στο αυτί του όταν του είπε ότι αυτός ήθελε να γίνει δάσκαλος σχεδίου.
Και ο Ρούντολφ έκανε τα πάντα ώστε να γίνω ζωγράφος και εγώ και ο αδελφός μου.
’’Έρνστ.’’ Μονολόγησε πάλι, θλιμμένα ετούτη την φορά.
«Έφυγε έτσι, ξαφνικά, μαζί με τον πατέρα. Η μοίρα μας γύρισε την πλάτη.
Έχασα πατέρα και αδελφό και μαζί κάθε όρεξη για δημιουργία.
Μέσα σε αυτήν την μεγάλη περίοδο που προσπαθούσα να βρω λόγο να συνεχίσω να ζωγραφίζω, να συνεχίσω να υπάρχω, έγιναν γεγονότα και πήρα αποφάσεις οργής, χωρίς κανένα σχέδιο και συμπτωματικά τελείως βγήκαν σε καλό.
Η τύχη φαίνεται άρχισε πάλι να με κοιτάζει με καλό μάτι, δημιούργησα την ομάδα της απόσχισης που καταφέρνει να με φέρει πάλι στο επίκεντρο ενώ ο μεγάλος θόρυβος γύρω από το όνομα μου έγινε με την Γυμνή Αλήθεια.
Τι δημιουργία, τι αλήθεια. Αλήθεια που σε καθήλωνε. Και το απόσπασμα του Σίλερ τι εύρημα!!»
Χαμογέλαγε μόνος του στον δρόμο όταν σκεφτόταν το απόσπασμα του Γερμανού ποιητή:
‘Αν μέσα από τις καλλιτεχνικές σου πράξεις και έργα δεν καταφέρνεις να αρέσεις σε όλους, ευχαρίστησε τους λίγους. Να αρέσεις σε πολλούς είναι άσχημο πράγμα.’
«Όμως όλο αυτό ήταν πολύ κουραστικό ψυχικά, δεν άντεχα, χρειαζόμουν μια διέξοδο, έτσι κάποιες στιγμές προσπαθούσα να βρίσκομαι μόνο με την καρδιά μου σε ένα τοπίο και να το ζωγραφίζω, να μην σκέφτομαι, μόνο να ζωγραφίζω.
Αυτό ήταν λύτρωση, απόδραση από την πραγματικότητα που πλέον είχε αρχίσει να γίνεται πολύ σκληρή.
Σκέφτομαι την ομάδα της απόσχισης και πιστεύω ακόμα και σήμερα πως ίσως το πιο σημαντικό έργο όλου αυτού του κινήματος ήταν η ζωφόρος του Μπετόβεν στα πλαίσια της ομώνυμης έκθεσης για τον μεγάλο συνθέτη.
Μια ζωγραφική συμφωνία που κινήθηκε πάνω στο πλαίσιο της ενάτης.»
Βρέθηκε να βάζει το κλειδί στην πόρτα του ατελιέ του και να μπαίνει μέσα στάζοντας όλος.
Μόλις είδε τον χρυσό πίνακα κάθισε στο σκαμπό του και ηρέμησε από όλες τις προηγούμενες σκέψεις.
Τα ξέχασε όλα, την Εμιλίε, την απόσχιση, τις κριτικές.
Έβλεπε μόνο το χρυσό, αυτήν την τεχνοτροπία που πλέον τον χαρακτήριζε και από την οποία είχε γοητευτεί στην Ραβένα όταν εκεί είδε κάποια βυζαντινά ψηφιδωτά.
Τα ταξίδια του στην Ιταλία και την Γαλλία. Όσο έφτιαχνε την παλέτα του γύρισαν στο μυαλό του εκείνες οι μάλλον ανέμελες στιγμές.
Θυμήθηκε πως από την Ιταλία ήθελε να φύγει αμέσως μόλις κατέβηκε από το τρένο.
Ενώ στην Γαλλία, και συγκεκριμένα στο Παρίσι, εντυπωσιάστηκε από τον καλλιτεχνικό οργασμό των ζωγράφων.
«Τα έχασα, αυτοί εκεί ζωγραφίσουν υπέρ του δέοντος.»
Από την πόρτα του ακούστηκε ένα χτύπημα που τον επανέφερε πίσω στο ατελιέ του και στα χρώματα του.
’’ Σήμερα τελικά μάλλον δεν θα δουλέψω.’’ Διαπίστωσε και πήγε να ανοίξει την πόρτα.
Ήταν ο Εγκόν Σιλέ, ο προστατευόμενος του.
’’ Καλός τον Εγκόν.’’
’’ Γεια σας κύριε Κλίμτ.’’
’’ Πέρασε Εγκόν, έλεγα σήμερα να τελειώσω το Φιλί, όμως μάλλον δεν θα τα καταφέρω. Αλλά μιας και ήρθες σου έχω μια έκπληξη, θα είσαι ο πρώτος που θα δει ένα έργο που μόλις ξεκινάω, το ονομάζω η Παρθένος.’’
Ο Σίλε τα έχασε μόλις είδε τον καμβά με τα ελάχιστα χρώματα και τα σχέδια από κάρβουνο που είχε ζωγραφίσει πάνω του ο Γκούσταφ.
’’ Δάσκαλε θα εγκαταλείψετε τον χρυσό;’’
’’ Ναι έτσι νομίζω πως πρέπει να κάνω, έφτιαξα πολλά έργα με χρυσό, είναι καιρός να αλλάξω.
Ο καλλιτέχνης Εγκόν πρέπει να ρισκάρει σχεδόν συνέχεια, η ίδια η ζωή ενός καλλιτέχνη είναι ρίσκο.
Αν φτάσει κάποιος να πει ότι δημιούργησε το καλύτερο του έργο τότε να ξέρεις πως όλα τελειώνουν.’’
Ο Σίλε σκέφτηκε λίγο τα λόγια του δασκάλου του και είπε:
’’ Νομίζω πως καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε.’’

TAMARA DE LEMPICKA

“Μητέρα.” Φώναξε από την κουζίνα όπου ετοίμαζε το πρωινό η Κιζέτ. Απάντηση δεν πήρε.
“Τώρα τελευταία αργεί να σηκωθεί.” Μονολόγησε.
“Μητέρα σηκωθείτε, είναι … “ Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και δεν αποτελείωσε την φράση.
Η μητέρα της, η Ταμάρα ντε Λεμπίτσκα Κούφνερ, συνέχιζε να είναι ξαπλωμένη γαλήνια στο κρεβάτι. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν ήρεμα και το στήθος της είχε πάψει να πάλετε με την δυσκολία των προηγούμενων ημερών. Είχε πια ησυχάσει.
Πλησίασε το κρεβάτι χαϊδεύοντας τα μαλλιά της γυναίκας που βαθιά μέσα της τη θαύμαζε.
Αμφιλεγόμενη σίγουρα, ελεύθερη το δίχως άλλο.
Αναμφισβήτητα ένας θρύλος.
Η Κιζέτ έβλεπε αυτήν την γυναίκα, που ήταν η μητέρα της, πρώτη φορά με μια ματιά που πότε άλλοτε δεν το είχε κάνει.
Για όλα όσα την κατηγορούσε τόσα χρόνια, για την αδυναμία της στον έρωτα και με τα δυο φύλα, για την αδυναμία της στα πλούτη, για την αδυναμία της για αναγνώριση, τώρα τα έφερνε στο μυαλό της σαν δύναμη, έπρεπε να τα κάνει όλα αυτά γιατί πολύ απλά ήταν αυτή.
Άλλωστε από μικρή, όπως θυμόταν τις διηγήσεις της μητέρας της η Κιζέτ, έκανε πάντα αυτό που είχε βάλει στο μυαλό της.
Μόλις δώδεκα χρονών ήταν όταν η μητέρα της παρήγγειλλε ένα πορτρέτο της μικρής Ταμάρα σε έναν διάσημο ζωγράφο, η μικρή δεν άντεξε το πολύωρο ποζάρισμα ενώ και για το αποτέλεσμα κατέβασε μούτρα φωνάζοντας ότι αυτή μπορούσε να πετύχει καλύτερο αποτέλεσμα. Με το έτσι θέλω βάζει την αδελφή της να ποζάρει ώστε να την ζωγραφίσει.
Ένα χρόνο μετά κι ύστερα από ένα ταξίδι με την γιαγιά της στην Ιταλία ανακαλύπτει το πάθος της για την ζωγραφική.
Έτσι και με αφορμή τον δεύτερο γάμο της μητέρας της φεύγει από την Πολωνία για την Αγία Πετρούπολη όπου γνωρίζει και τον Ταντέους Λεμπίτσκι τον πρώτο της άντρα.
Το 1918 χρονιά που γεννήθηκε και η Κιζέτ η Ταμάρα παίρνει τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Μωρίς Ντενί και μετά από τον δάσκαλο της Αντρέ Λοτ, όπου ήταν και αυτός που έδωσε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα στα έργα της.
Ενταγμένη στον ασφαλή κυβισμό άρχιζε να βγάζει κάποια χρήματα από τα έργα της αφού οι οικογένεια της δεν είχε άλλο έσοδο αφού ο Ταντέους αδυνατούσε να βρει μια δουλειά και ζούσε ρημαγμένος ψυχικά στην σκιά της γυναίκας του.
Η Ταμάρα από την άλλη ανακαλύπτει τον τρόπο ζωής των καλλιτεχνών και των Μποέμ, στις συναντήσεις με τους άλλους καλλιτέχνες της εποχής έλεγε:
«Ανακαλύπτω πως η τέχνη βρίσκεται σε πλήρη κατάρρευση. Νιώθω αποστροφή για την κοινοτυπία στην οποία έχουμε ξεπέσει.»
Αν και επηρεασμένη πλήρως από τον Ενγκρ, πράγματι εισάγει μια δική της τεχνοτροπία που γρήγορα θα την κάνει διάσημη και θα της αποφέρει πολλά χρήματα.
Ιδιαίτερα τα γυμνά της θα γίνουν ανάρπαστα.
Δούλευε εξαντλητικά χωρίς να έχει περιορισμούς στις ώρες αφού έπρεπε να βρίσκεται και σε όλα τα πάρτι και τις συγκεντρώσεις των κοσμικών κύκλων που τόσο πολύ αγαπούσε.
«Υπήρξα η πρώτη γυναίκα που ζωγράφισα με ευκρίνεια και απόλυτη ελευθερία, αυτό ήταν η επιτυχία μου. Ανάμεσα σε εκατό πίνακες ο δικός μου ξεχώριζε, πήγαιναν στις γκαλερί και αντί για Ματίς έφευγαν με έναν δικό μου πίνακα στα χέρια.»
Πλέον βρισκόταν ανάμεσα στον κυβισμό και την Αρ Ντεκό αλλά κανείς δεν ήθελε να την περιορίσει.
Απλά οι πίνακες της ήταν ξεχωριστοί.
Το 1925 σε ηλικία μόλις είκοσι εφτά χρονών ταξιδεύει στην Ιταλία για την πρώτη της έκθεση εκεί, και για να μελετήσει τους κλασσικούς, αυτό το ταξίδι ήταν και η αρχή της αντίστροφής μέτρησης του γάμου της με τον πατέρα της Κιζέτ.
Τρία χρόνια μετά χωρίζει.
Για να υπογραμμίσει με τον δικό της τρόπο τον ανολοκλήρωτο γάμο της αφήνει και μια προσωπογραφία επίτηδες μισοτελειωμένη και την εκθέτει σε μια έκθεση στο Παρίσι με τον τίτλο ’’ Προσωπογραφία άντρα ανολοκλήρωτη.’’
Η Κιζέτ στεκόταν πάνω από το κρεβάτι με δάκρυα στα μάτια αφού το μυαλό της είχε κατακλυστεί από πολλές αναμνήσεις.
Λυπόταν για τον πατέρα της που έχασε, λυπόταν για την μητέρα της που ξαναπαντρεύτηκε.
“Η ιστορία επαναλαμβάνετε έχοντας ώρες, ώρες πολύ καυστικό χιούμορ μητέρα.” Είπε στην νεκρή Ταμάρα η κόρη της.
Αυτά τα λόγια της βγήκαν από το στόμα μάλλον με βία, αφού ήθελε έστω και τώρα να της πει το λάθος, το ίδιο λάθος που είχε κάνει και η μητέρα της Ταμάρα και που ποτέ δεν της το συγχώρεσε.
Ο δεύτερος άντρας της πρόσφερε όσα ήθελε από την ζωή της. Χρήμα, δόξα, τίτλο.
Ο Βαρόνος Κούφνερ ήταν μανιώδης συλλέκτης των έργων της, γρήγορα έγινε ερωμένη του και μόλις η Βαρόνη πέθανε το 1933, παντρεύτηκαν.
Η Ευρώπη έδινε στην Ταμάρα έμπνευση, όμως τα σύννεφα του πολέμου και η οικονομική κατάρρευση που σκέπασαν την ήπειρο ανάγκασε την ζωγράφο και τον άντρα της να την εγκαταλείψουν και να περάσουν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, στην Αμερική.
Ήταν η αρχή του τέλους.
Οι πηγές έμπνευσης και εκείνα τα συστατικά στοιχεία της τέχνης της χάθηκαν, έτσι και τα έργα της με τα χρόνια έχασαν την φρεσκάδα τους.
Η Ταμάρα με κάποια δόση ταπεινοφροσύνης αλλά και κυριευμένη από φόβο ότι πλέον δεν αναγνωριζόταν σαν καλλιτέχνης, αλλά σαν η κυρία Βαρόνη, άρχισε να αλλάζει ύφος.
Οι κριτικοί τέχνης μίλαγαν πλέον για τους χειρότερους πίνακες που είχαν δει από την Λεμπίτσκα.
Άλλωστε και ο Κοκτώ το είχε προβλέψει:
«Η κοινωνική της ζωή θα διαφθείρει την τέχνη της.» Είχε πει.
Και έτσι έγινε.
Όμως μέχρι και το 1962 – χρονιά που πραγματοποίησε την τελευταία έκθεση της προσπαθούσε με κάθε τρόπο να την προσέχουν.
Η συμπεριφορά της – θυμόταν η Κιζέτ – θύμιζε εκείνη του Νταλί την ίδια εποχή στο ίδιο μέρος – στην Αμερική.
Ο Νταλί κυκλοφορούσε στους δρόμους της Νέας Υόρκης κρατώντας ένα κουδούνι το οποίο χτυπούσε σαν τρελός κάθε φορά που πίστευε πως δεν του έδιναν σημασία. Έλεγε ο Νταλί γι’ αυτήν την συμπεριφορά του:
«Η σκέψη και μόνο ότι μπορεί να μην με αναγνωρίσουν είναι αβάσταχτη.»
Το ίδιο προσπαθούσε για ύστατη φορά και η Ταμάρα.
Όμως το 1962 το παιχνίδι τελείωσε, η έκθεση της στην γκαλερί του Ιόλα έγινε μέσα σε πλήρη αδιαφορία. Δέκα χρόνια μετά στην γκαλερί ντε Λουξεμπούργκ – που παρουσίασε μια αναδρομική έκθεση της Λεμπίτσκα – κανείς δεν θυμόταν την διάσημη ζωγράφο της δεκαετίας του 1920.
Για άλλη μια φορά η Κιζέτ θυμήθηκε την περιπετειώδη ζωή της μητέρας της, γεμάτη από ίντριγκες, εραστές, χρήμα, αναγνώριση, δόξα, τίτλους και βέβαια παρακμή.
Μέχρι και μετά τον θάνατο της ήθελε να κάνει κάτι που θα ήταν ξεχωριστό.
Δεν θα της χάλαγε το χατίρι.
Θα σεβόταν την τελευταία επιθυμία της και θα πέταγε της στάχτες της πάνω από το ηφαίστειο Ποποκατέπετλ στο Μεξικό.
Σηκώθηκε βουρκωμένη και βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα.
Αν και της ήταν δύσκολο να το παραδεχθεί αυτήν την γυναίκα, την μητέρα της, την θαύμαζε για τον τρόπο που έζησε την ζωή της.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

MARC CHAGALL

Ο George Fragki είχε ξεκινήσει λίγα λεπτά πριν τις οχτώ να κλείνει τα φώτα μέσα στην αίθουσα τέχνης που διατηρούσε στο κέντρο του Παρισιού. Όλα σκοτείνιαζαν στο διάβα του χαρίζοντας ένα μυστήριο στον χώρο που ήταν γεμάτος από έργα τέχνης.
Τα φώτα, από τον στολισμό της πόλης, λόγο των Χριστουγέννων, έξω από την γκαλερί χάριζαν το ελάχιστο αλλά απαραίτητο φως που χρειαζόταν ο George Fragki ώστε να μπορεί να βλέπει χωρίς να πέσει άθελα του πάνω σε κάποιο από τα εκθέματα.
Την στιγμή που φόρεσε το παλτό του και τύλιξε το κασκόλ του γύρω από τον λαιμό ακούστηκαν τα κουδουνάκια της πόρτας.
“Κλείσαμε.” Είπε ευγενικά στο περίγραμμα του ανθρώπου που έβλεπε στην ανοιχτή πόρτα.
Η σκιά έκανε σαν να μην τον άκουσε και άφησε την πόρτα να κλείσει σιγά πίσω της.
“Κλείσαμε για σήμερα, αν θέλετε κάτι μπορούμε να σας εξυπηρετήσουμε και αύριο.”
“Χρειάζομαι χρήματα, θέλω να δείτε κάτι, να σας το πουλήσω.” Φοβήθηκε, ποιος ήταν αυτός ο άντρας με την βραχνή φωνή και τι ήταν αυτό που ήθελε από αυτόν;
“Δεν ανακατεύομαι με τέτοια κύριε, αν θέλετε να σας δώσω λίγα χρήματα ναι, αλλά να αγοράσω … όχι δεν θα ήθελα. “
“Όχι, όχι με παρεξηγήσατε, δεν είμαι ούτε κλέφτης, ούτε απατεώνας. Έχω ένα ημερολόγιο ενός ζωγράφου μάλλον άσημου, σας παρακαλώ δώστε μου διακόσια φράγκα και αγοράστε το, εγώ τι να το κάνω;” Ο τόνος της φωνής του άντρα μαλάκωσε και έδωσε την αφορμή στον Fragki να τον εμπιστευτεί.
“Για να το δω.” Ο άγνωστος με ήρεμες κινήσεις έβγαλε από την τσέπη του ένα φθαρμένο δερματόδετο τετράδιο που έγραφε πάνω με γράμματα που είχαν από καιρό ξεθωριάσει
“SEGAL MOSCHE.”
Ο Fragki σήκωσε το βλέμμα του κοιτάζοντας τον άγνωστο ερωτηματικά. Ο άγνωστος κοίταξε και αυτός με απορία.
“Δεν αξίζει ούτε διακόσια φράγκα;” Ο George χαμογέλασε.
“ Άκου φίλε μου, δεν θέλω να σε κοροϊδέψω, αυτό αξίζει πολλά παραπάνω.” Ο άγνωστος τον ξανακοίταξε με απορία αλλά δεν άπλωσε το χέρι του στο βιβλίο.
“ Εγώ διακόσια φράγκα χρειάζομαι.” Ο Fragki κάθισε στην καρέκλα του σκεπτικός για λίγη ώρα, σηκώθηκε άνοιξε την τσάντα του έβγαλε οχτακόσια φράγκα και τα έσπρωξε στον άγνωστο άντρα που γούρλωσε τα μάτια του από έκπληξη.
“ Αν είχα κι άλλα θα σου έδινα.” Του είπε. Αλλά δεν είχε σημασία, ο άγνωστος άπλωσε τα χέρι του φοβούμενος μην μετανιώσει ο George, χαμογέλασε και έφυγε γρήγορα λέγοντας ένα ευχαριστώ.
Ο Fragki τον ακολούθησε, έκλεισε την πόρτα, γύρισε γρήγορα πίσω στο γραφείο του και άνοιξε βιαστικά το ημερολόγιο.
«Έπρεπε να βρω κάτι να κάνω που δεν θα με απομάκρυνε από τον ουρανό και τα αστέρια, που θα μου επέτρεπε να βρω το νόημα της ζωής. Αυτό ακριβώς ήθελα.
Εβραίος από την μια, Ρώσος από την άλλη. Μια δύσκολη ισορροπία για έναν που ήθελε να γίνει καλλιτέχνης.
Γεννήθηκα στο Βιτέμπσκ το 1887 σε μια φτωχή οικογένεια και αν σε αυτά τα πρώτα χρόνια της ζωής μου δεν υπήρχε η μάνα μου – που δωροδόκησε τον δάσκαλο του δημόσιου σχολείου, ώστε να μάθω βιολί, σχέδιο και τραγούδι, δεν θα μπορούσα να ξεφύγω από τον στενό κύκλο της οικογένειας και δεν θα είχα καταφέρει αυτά που τελικά κατάφερα.
Ήθελα να ζωγραφίσω να εκφραστώ και μόλις το 1906 με είκοσι εφτά ρούβλια στην τσέπη ταξίδεψα στην Αγία Πετρούπολη μαζί με τον φίλο μου τον Βίκτορ Μέκλερ, ο κύβος επιτέλους είχε ριφθεί.
Είχα ξεκινήσει να ζωγραφίζω από το Βιτέμπσκ αλλά στην Αγία Πετρούπολη εξελίχθηκα.
Είχα βέβαια ένα άδειο πορτοφόλι που συνέχεια με απέτρεπε, αλλά έλεγαν πως είχα ταλέντο και τελικά εγώ τους πίστευα.
Είχα την τύχη εκεί να βλέπω έργα του Ματίς, να μαθαίνω για την τεχνοτροπία του Γκωγκέν και όλα αυτά να μπορώ να τα βγάζω στον καμβά μέσα από μια δική μου ποίηση με χρώματα. Ποίηση θα ρωτήσετε.
Ναι, άλλωστε όλοι με έλεγαν ότι είμαι ο ποιητής ζωγράφος.
Το φθινόπωρο του 1909 γνώρισα την Μπέλα.
Τι έρωτας, ήμουν σίγουρος από όταν την πρωτοαντίκρισα ότι αυτή ήταν η γυναίκα της ζωής μου.
Δυστυχώς όμως εγώ έπρεπε να φύγω, η τέχνη μου, η δίψα μου με έστελνε στο Παρίσι και εκεί δεν μπορούσα να την πάρω μαζί μου.
Όταν έφτασα στην πόλη του φωτός τα έχασα, από την μια ο θόρυβος, η φασαρία, από την άλλη τα έργα των Βαν Γκογκ, του Ρυέλ, του Ματίς, το Λούβρο με τους μεγάλους δασκάλους. Το ομολογώ, το μόνο πράγμα που πραγματικά με απέτρεψε να γυρίσω πίσω στην Ρωσία ήταν η τεράστια απόσταση, αφού χρήματα για τρένο δεν υπήρχε και πως να υπάρξουν αφού και για να φάω αγόραζα μόλις ένα φρούτο την ημέρα και την ρέγκα την έψηνα τρώγοντας το κεφάλι την μια μέρα, την ουρά την άλλη.
Λόγο ένδειας δεν μπορούσα να βρω και καινούργιους μουσαμάδες για να ζωγραφίσω, έτσι έπαιρνα μεταχειρισμένους και προσπαθούσα να τους επαναχρησιμοποιήσω.
Εδώ υπάρχει και ένα αστείο περιστατικό, που έφτασε στα αυτιά μου πολύ αργότερα, αφού πολλοί ζωγράφοι, ιδιαίτερα κυβιστές, ξεκίνησαν να το κάνουν απλά επειδή το έκανα εγώ.
Ο Γκιγιώμ Απολιναίρ ήταν που αποκάλεσε τους πίνακες μου υπερφυσικούς, που να ήξερε ο Γκιγιώμ ότι με αυτήν την έννοια θα σημάδευε μια ολόκληρη εποχή και μαζί με αυτή και εμένα.
Δείχνουν σαν όλα να έχουν αρχίσει να παίρνουν τον δρόμο τους, έχει ξεκινήσει μια μικρή αναγνώριση, εγώ βρίσκομαι μεταξύ κυβισμού και Σουρεαλισμού ενώ συνάμα εκείνη την εποχή ο Χέρβαρντ Βάλντεν οργανώνει και την πρώτη ατομική μου έκθεση στο Βερολίνο.
Ευτυχία.
Το 1914 βρίσκω δικαιολογία ώστε να γυρίσω στην Ρωσία, είναι ο γάμος της αδελφής μου. Όμως από – θες να το πεις τύχη, θες να το πεις ατυχία – κλείνουν τα σύνορα και αντί για τρεις μήνες που είχα σκοπό να παραμείνω, τελικά μένω σχεδόν οχτώ χρόνια.
Τα γεγονότα πλέον με προλαβαίνουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Ο έρωτας έρχεται να μου θυμίσει πάλι την Μπέλα με την οποία παντρεύομαι το 1915 και το 1916 γεννιέται η κόρη μου η Ίντα.
Ένα χρόνο αργότερα γίνεται η επανάσταση.
Ενθουσιάζομαι. Αναλαμβάνω την θέση επιτρόπου καλών τεχνών του Βιτέμπσκ, για δυο χρόνια όλα πάνε καλά, τα πιο τρανταχτά ονόματα, μέλη της Ρώσικης πρωτοπορίας μετακομίζουν στην περιοχή αλλά αμέσως μετά έρχεται η απογοήτευση, δεν με καταλαβαίνουν και με πολεμούν.
Με λύπη το καλοκαίρι του 1922 μετακομίζω με την οικογένεια μου στο Παρίσι, που ευτυχώς ακόμα – μετά από οχτώ σχεδόν χρόνια – η φήμη μου έχει κάποιο αντίκρισμα.
Το 1923 ξεκινάω πάλι, προσπαθώ να αναπαράγω ακόμα και πίνακες τους οποίους είχα χάσει με τον πόλεμο στο Βερολίνο.
Οι Σουρεαλιστές προσπαθούν να με εντάξουν στο κίνημα τους, όμως διαφωνώ κάθετα και απλά λέω:
Ο κόσμος μέσα μας είναι πιο αληθινός από τον ορατό κόσμο. Όταν κανείς αποκαλεί ψευτιές ή παραμύθια όσα του φαίνονται παράδοξα τότε δεν έχει ιδέα τι θα πει φύση.
Το 1924 παρουσιάζεται και η πρώτη έκθεση μου στην Νέα Υόρκη.
Όμως πολλά χρόνια μετά θα βρεθώ σε αυτήν την τεράστια μαγευτική μεγαλούπολη.
Πλέον εκείνη την εποχή κάτι με τραβάει να δω τον κόσμο.
Το 1932 ταξιδεύω στην Ολλανδία και βλέπω το μεγαλείο του Ρέμπραντ, το 1934 στην Ισπανία σχεδόν θέλω να γονατίσω, να υποκλιθώ, στα έργα του Ελ Γκρέκο.
Αν μπορούσα να τον είχα μπροστά μου θα του φύλαγα τα χέρια.
Η μοίρα τελικά ήρθε,το 1942 έκανα το ταξίδι στην Αμερική, αν γνώριζα τι θα συμβεί δεν θα το έκανα και ας με έστελναν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης οι Ναζί.
Ήταν Σεπτέμβριος του 1944 όταν η Μπέλα, η αγαπημένη μου Μπέλα, πεθαίνει από ίωση. Γύρω μου έχει απλωθεί πλέον το σκοτάδι.
Παραλύω, για ένα χρόνο μέσα στο σπίτι κυκλοφορούν δυο φαντάσματα, το δικό μου και της Μπέλα.
Αυτός ο θάνατος μου έχει στοιχίσει πολύ, επαναπαύομαι στα έργα μου και επαναλαμβάνομαι, καμία νέα ιδέα, παρά μια ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων θεμάτων.
Είμαι σίγουρος πως έχω γίνει κουραστικός αλλά δεν μου το λένε από ευγένεια.
Η Αμερική με έπνιγε, ο θάνατος της Μπέλα με βούλιαζε, έτσι τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεψα οριστικά στο Παρίσι.
Το Παρίσι, η Ευρώπη, η Ρωσία ήταν αυτά που μπορούσαν να μου δώσουν ξανά έμπνευση.
Οι μοίρες μάλλον αποφάσισαν πως μου χρώσταγαν και έτσι το 1952 γνωρίζω την Βαλεντίνα – την δεύτερη γυναίκα μου – που μου έδωσε μια αισιοδοξία.
Επιτέλους μια νέα πνοή ξεκινάει πάλι να αγγίζει τα έργα μου.
Πλέον το Σαιν-Πωλ-Ντε-Βανς είναι η νέα πρωτεύουσα της παγκόσμιας τέχνης, εκεί δημιουργώ ίσως τα πιο ώριμα έργα μου, ’’Η μεγάλη παρέλαση’’ που ζωγράφισα πριν πέντε χρόνια πιστεύω πως είναι το τελευταίο μεγάλο έργο μου.
Πολλοί είπαν πως στα τελευταία έργα μου δεν υπάρχουν σύμβολα που να παραπέμπουν κάπου.
Έχω να τους απαντήσω ότι:
Αν ένα έργο τέχνης έχει αυθεντικότητα τότε αυτομάτως αποκτά συμβολικό νόημα.
Γιατί όσο κι αν καλύψεις το μουσαμά με παχιά στρώματα χρώματος, ανεξάρτητα αν διακρίνονται σχέδια και σχήματα ή όχι, όπως κι αν το ονομάσεις αυτό μετά, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το αποτέλεσμα θα είναι ένα αυθεντικό έργο τέχνης.
ΜΑΡΚ ΣΑΓΚΑΛ
20 ΜΑΡΤΙΟΥ 1985

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

EDVARD MUNCH

Μέσα στα σοκάκια, ανάμεσα στις παλιές γειτονιές του Όσλο μπορούσες να δεις μικρά μαγαζιά κάθε είδους που πουλούσαν ότι μπορούσες να φανταστείς. Κλειστά συνήθως, σκιερά, με την υγρασία του τοπίου να συγγενεύει με τις θολές σκούρες βιτρίνες τους.
Σε κάποια από αυτά, αν ήσουν τυχερός και έκοβε το μάτι σου, μπορεί να έβρισκες κάποιο σκονισμένο αντικείμενο που ήταν ξεχασμένο από τα χρόνια και από τους ιδιοκτήτες του.
Το μόνο σίγουρο, ώστε να βρεις κάποιο λόγο να ασχοληθείς να ψάξεις εκεί μέσα, ήταν πως τουλάχιστον θα είχε κάποια συναισθηματική αξία και ίσως κάποια ιστορία.
Ο Jensen είχε χωθεί ως τα βάθη μέσα στην σκόνη και το σκοτάδι με έναν φακό που ίσα που έφεγγε ώστε να δει αν αυτό που κράταγε στα χέρια του ήταν πράγματι αυτό που υποψιαζόταν.
Μέσα σε λίγα λεπτά και με λίγες εκατοντάδες Κορώνες λιγότερες στην τσέπη βρισκόταν στον βρεγμένο δρόμο και προσπαθούσε να φέρει σε λογαριασμό έναν μεγάλο πίνακα που πότε του γλιστράγε από δεξιά πότε του έφευγε από αριστερά. Τελικά τον έβαλε πάνω από το κεφάλι του σαν σκεπή και χαμογελαστός βάδιζε προς το σπίτι.
Δεν ήταν πολύ μακριά από το κέντρο το σπίτι του οπότε δεν του πήρε πολύ ώρα να φτάσει έξω από την πόρτα να την ανοίξει και να χωθεί μέσα στην ζέστη του.
Με ανυπομονησία μικρού παιδιού έβγαλε το πανί πάνω από τον πίνακα και κοίταξε με γουρλωμένα μάτια τον πίνακα.
Τώρα που τον ξανακοίταζε του φαινόταν σαν όνειρο, είχε βρει μέσα σε εκείνο το διασκορπισμένο μπάχαλο του μαγαζιού έναν χαμένο πίνακα του Edvard Munch και τον είχε αγοράσει για μόλις 643 Κορώνες.
Τον πλησίασε χωρίς να φοβάται μην καταλάβει κανείς ποιανού ήταν ο πίνακας και απαλά του χάιδεψε την κορνίζα, το νύχι του πιάστηκε σε μια μικρή τρύπα που είχε το πανί από πίσω, κοίταξε να δει πως θα την διόρθωνε όταν παρατήρησε ότι ανάμεσα στο κενό που είχε ο καμβάς με το πανί βρισκόταν ένα κομμάτι κιτρινισμένο χαρτί.
Άνοιξε λίγο ακόμα την τρύπα και το έπιασε με τα ακροδάχτυλά του, προσεχτικά το ξετύλιξε, δυσκολεύτηκε λίγο να ξεχωρίσει τα γράμματα αλλά ξεκίνησε να διαβάζει.
“Πρωτοχρονιά του 1944 Εκέλι.
Πάλι, για άλλη μια χρονιά μόνος, μόνος εγώ και οι πίνακες μου τα αγαπημένα παιδιά μου.
Πόσο φοβάμαι μην χαθούν.
Τώρα φοβάμαι μην χαθούν τα έργα μου όμως όσο θυμάμαι τον εαυτό μου πάντα φοβόμουν τον θάνατο και τις αρρώστιες, πάντα με κυνηγούσαν και εγώ προσπαθούσα να τους ξεφύγω ,τώρα στο τέλος κατάλαβα ότι μάλλον κυνηγούσαν όσους αγαπούσα.
Πρώτα την μάνα μου, μετά την αδελφή μου την Σόφι, λίγα χρόνια μετά τον πατέρα μου και τον αδελφό μου, ενώ η μια αδελφή μου που έζησε έπασχε από μια ψυχική ασθένεια.
Ο θάνατος της Σόφι ήταν αυτό που πραγματικά με συγκλόνισε, θα μπορούσα να πω πως αυτός ήταν που γέννησε μέσα μου τον καλλιτέχνη που έγινα.
Προσπάθησα να ξορκίσω τον θάνατο μέσα από τους πίνακες μου, προσπάθησα να διώξω τον φόβο μου μέσα από μια άλλη ζωή ακίνητη ζωγραφισμένη σε έναν απλό άσπρο καμβά.
Ζωγράφιζα ότι ερέθιζε το εσωτερικό μου βλέμμα. Ζωγράφιζα από μνήμης, δίχως να προσθέτω οτιδήποτε, δίχως λεπτομέρειες που είχα πάψει να τις βλέπω.
Αυτός είναι ο λόγος που οι πίνακες μου είναι τόσο απλοί, τόσο εμφανώς άδειοι.
Ζωγράφισα τις εντυπώσεις από την παιδική μου ηλικία, τα μουντά χρώματα μια ξεχασμένης εποχής.
Τελικά τώρα στο τέλος ανακαλύπτω ότι χωρίς το φόβο και την αρρώστια η ζωή μου θα ήταν βάρκα χωρίς πηδάλιο.
Μόλις στα 22 και όντας με τους μποέμ του Όσλο πηγαίνω στο Παρίσι και εντυπωσιάζομαι από την ζωγραφική του Μανέ και του Βαν Γκογκ, τι χρώματα, τι φως, τι ζωντάνια.
Ζωγραφίζω προσπαθώ να φωτιστώ, να δω και δέκα χρόνια μετά ο Λωτρέκ, ο Μπονάρ και ο Βυγιάρ με καθοδηγούν.
Έχω πλέον αρχίσει να έχω κάτι δικό μου να βλέπουν έναν πίνακα μου και να αναγνωρίζουν ποιος τον έκανε.
Όμως παραμένω, όσο και να χρωστάω στους Μανέ, Λωτρέκ και Βαν Γκογκ, να είμαι σκοτεινός, η ψυχή μου δεν μπορούσε εύκολα να βγει από την μελαγχολία και όταν έβγαινε ξαναέπεφτε το ίδιο εύκολα.
Αντιλαμβάνομαι κάποιες στιγμές ότι δεν ζωγραφίζω ότι βλέπω αλλά ότι έχω δει.
Όταν πήγα μια χρονιά στο σαλόνι, στο Παρίσι, πήγα όλο προσμονή για να δω, για να ταξιδέψω ξανά στον έβδομο ουρανό αντί γι’ αυτό ένιωσα αηδία.
Πιστεύω ότι η τέχνη είναι ολοκληρωμένη όταν ο καλλιτέχνης έχει πει ειλικρινά όσα κρύβει η ψυχή του, αν η απαίτηση, για να είναι ένας πίνακας ωραίος, είναι να δείχνει ωραίος στο τοίχο που θα κρεμαστεί τότε . . .
Εγώ έκανα πίνακες κενούς, γεμάτους κενούς, πόνος, μοναξιά και μελαγχολία.
Βέβαια για να πω και την αλήθεια, αφού είναι και πρωτοχρονιά, προσπάθησα με λάθους τρόπους να ξεπεράσω τον πόνο μου, την οικογένεια μου και ένας από αυτούς ήταν η άφθονη χρήση αλκοόλ που έφερε και την νευρική μου κατάρρευση.
Ενάμιση χρόνο κλεισμένος στην κλινική με νευρικό κλονισμό, κομμένο δάχτυλο, από την προσπάθεια μου να αποτρέψω την απειλή αυτοκτονίας της Τούλα και με τελικό αποτέλεσμα την μερική παράλυση του ενός ποδιού μου.
Τελικά στο τέλος αυτού του ενάμιση χρόνου βγήκα πιο δυνατός γεμάτος δημιουργικότητα αλλά περιστοιχισμένος από την μοναξιά που πλέον την επέλεξα ως στάση για την υπόλοιπη ζωή μου.
Τώρα στο τέλος, τυφλός από το ένα μάτι, κουρασμένος από την ζωή και την προσμονή του θανάτου είμαι σίγουρος πως έζησα μόνο και μόνο για ζωγραφίσω.
Ένα από τα έπαθλα που θα ήθελα να πάρω μαζί μου στον θάνατο είναι ότι οι Ναζί με καταδίκασαν και κατέβασαν τους πίνακες μου από τα μουσεία της Γερμανίας, αυτό το γεγονός ήταν για μένα η μεγαλύτερη αναγνώριση.
Μια από τις καλύτερες αστείες φιλοφρονήσεις που μου έγιναν ήταν από τον Rathenau.
Του έφτιαχνα το πορτραίτο για μήνες , την τελευταία μέρα ήρθε μπροστά για να δει το αποτέλεσμα.
Γύρισε με κοίταξε και είπε για τον άνθρωπο στον πίνακα που τον απεικόνιζε.
«Απαίσιος χαρακτήρας, δεν συμφωνείτε;
Αυτό παθαίνεις όταν ζωγραφίζει το πορτραίτο σου ένας μεγάλος καλλιτέχνης, μοιάζεις περισσότερο με τον εαυτό σου από ό’ τι στην πραγματικότητα.»
Θα κλείσω αυτή την πρωτοχρονιάτικη εξομολόγηση με μια σκέψη μου για τον θάνατο που έρχεται γοργά προς το μέρος μου.
Λουλούδια θα αναπτυχθούν από το σάπιο μου κορμί και εγώ θα ζω και θα υπάρχω μες στο άνθος της, ο θάνατος είναι η αρχή της ζωής, το ξεκίνημα ενός καινούργιου κρυσταλλώματος.
Edvard Munch 1/1/1944 Ekeli

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

JOAN MIRO

Βρισκόσαστε εδώ για να μάθετε, να δείτε το χρώμα, την έμπνευση, το τι μπορεί να βγει μέσα από το συναίσθημα που μπορεί να σας μεταδώσει ένα νήμα, μια σταγόνα νερού, ένας απλός κόκκος άμμου. Πρέπει να ξέρετε πως οτιδήποτε μπορεί από τον υπόλοιπο κόσμο να θεωρηθεί ασήμαντο, αδρανές στα μάτια ενός καλλιτέχνη γεννιέται ένας ολόκληρος κόσμος που μπορείτε να τον ζωγραφίσετε όπως εσείς θέλετε, μετά να του δώσετε έναν τίτλο και με έναν μαγικό τρόπο αυτό που θέλετε να αποδώσετε και να δείξετε φαίνετε μέσα σε αυτό το έργο που πραγματοποιήσατε. Προϋπόθεση όμως γι’ αυτό είναι να βλέπετε τον κόσμο που σας αποκαλύπτεται μέσα από τον μικρό κόκκο άμμου που μόλις έχετε δει.
Τι βλέπετε τώρα μπροστά σας; Βλέπετε έναν γέρο, τρελό, επιθετικό ή ακόμα αν θέλετε μοχθηρό και με μια δήλωση που έκανα κάποια στιγμή, πως φιλοδοξία μου είναι να δολοφονήσω την ζωγραφική, να με ακολουθεί. Μετά τόσα χρόνια μάλλον πρέπει να ρωτήσω όλους εσάς αν τελικά το κατάφερα.
Μάλιστα ο κόσμος – αν και θαύμαζε και θαυμάζει τα έργα μου – έχει για μένα μια παράξενη εικόνα, ακόμα και ορισμένοι από τους πιο στενούς φίλους μου έφτασαν στο σημείο να με θεωρούν έναν άγνωστο άνθρωπο χαμένο στις σκέψεις μου, που οι σιωπές μου έχουν μείνει θρυλικές στις παρέες που κάναμε.
Ακόμα έχω κατηγορηθεί ότι η ζωγραφική μου είναι επιδεικτικά εύκολη.
Παράξενο! Εγώ παιδεύτηκα πολύ για να ζωγραφίσω αυτούς τους πίνακες.
Στην οικογένεια που γεννήθηκα τίποτα δεν ήταν αυτό που μου έδωσε τις εικόνες ή το ερέθισμα ώστε να ακολουθήσω τον δρόμο της τέχνης. Όμως από μικρό θυμάμαι να με μάγευαν τα μεταβαλλόμενα χρώματα του ουρανού, το φυσικό τοπίο.
Θυμάμαι με τις ώρες να κάθομαι να σχεδιάζω πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και έτσι να δημιουργώ – από τότε – τον μύθο για τις σιωπές μου.
Βέβαια ο πατέρας μου μάλλον τότε δεν πρέπει να έβλεπε και πολύ μέλλον σε αυτήν την ενασχόληση μου και για να τον ικανοποιήσω δέχθηκα μια θέση υπαλλήλου σε ένα λογιστικό γραφείο, το ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν φίλοι του πατέρα μου ήταν και ο μόνος λόγος ότι με ανέχθηκαν για δυο μήνες αφού σχεδίαζα σαν τρελός πάνω στα λογιστικά βιβλία. Έτσι και ο πατέρας μου το πήρε απόφαση πως δεν κάνω για ότι ήταν αυτό που είχε σκεφθεί για εμένα.
Έτσι δεν έχασα ευκαιρία και πήγα να γραφτώ στην σχολή του Φρανσίσκο Γκάλι, ένα από τα πιο σπουδαία πράγματα που έμαθα από αυτόν τον δάσκαλο ήταν η μεγάλη σημασία που παίζει η μουσική στην ζωγραφική.
Οι λεπταίσθητες αρμονίες του Μπαχ, του Μότσαρτ, του Βιβάλντι, μπορούν να μπουν σε πολλά έργα που θα φτιάξετε στο μέλλον αν βέβαια καταφέρετε να τις αντιληφτείτε.
Να ξέρετε πως δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να αναπτύξει κανείς μια διαισθητική μνήμη της φόρμας κάθε πράγματος αν δεν αποκτήσει πρώτα την αίσθηση της.
Δεν ήθελα νόμιζα άλλα πράγματα τότε, είχα το ταλέντο, είχα την υπεροψία και πίστευα πως ότι και να έκανα θα ήταν ανεπανάληπτο.
Λάθος! Όταν επισκέφθηκα στην Βαρκελόνη για πρώτη φορά μια έκθεση ζωγραφικής αφιερωμένη στην Γαλλική τέχνη τα έχασα, επηρεάστηκα τόσο πολύ από το φως, το ύφος, το χρώμα και τις πινελιές του Βαν Γκογκ που για μια περίοδο της ζωής μου όλα αυτά τα υιοθέτησα και δεν θα είμαι αυτός που θα σας πει να μην κάνετε το ίδιο αν κάτι σας αρέσει.
Βέβαια δεν θα κρύψω πως ήμουν και πολύ τυχερός αφού έπεσα στα χέρια του josep Dalmau που πήρε το ρίσκο να μου οργανώσει την πρώτη ατομική μου έκθεση – σας εύχομαι να βρείτε και εσείς έναν τέτοιο σπουδαίο φίλο στον δρόμο σας – η οποία πήγε παραδόξως καλά.
Τότε ακριβώς, αυτήν την χρονική στιγμή, αν και όπως σας είπα η έκθεση είχε μεγάλη επιτυχία, ήταν που κατάλαβα πως έπρεπε να φύγω από την Βαρκελόνη και να πάω να ζήσω στο Παρίσι.
Εκεί, στο Παρίσι, γίνομαι ένας άλλος καλλιτέχνης, σχεδιάζω, ζωγραφίζω, σκίζω, μουτζουρώνω, θυμώνω, κλαίω, γελάω, σπάω τα πινέλα μου, ξεκινάω να φτιάξω ένα σχέδιο και καταλήγω να φτιάχνω δέκα, δεκαπέντε, είκοσι, σαν τραπουλόχαρτα διαδέχονται το ένα το άλλο.
Είμαι σε μια δημιουργική φάση που ούτε καν εγώ αντέχω, με σκέφτομαι σαν Βαν Γκογκ, μόνο να ζωγραφίζω πίνακες, μόνο να βλέπω χρώματα.
Και από χρήματα; Έχω φτάσει σε κατάσταση έσχατης πενίας. Όπως είχα γράψει στον παλιό δάσκαλο μου . . . μισό λεπτό να βρω το γράμμα να σας το διαβάσω ακριβώς όπως το ένιωθα τότε. . . α να το.
«Άρχισα να απομακρύνομαι σταδιακά από τον ρεαλισμό που είχα εφαρμόσει μέχρι την εποχή του ’’Αγροκτήματος,’’ έως ότου έφτασα στο σημείο να σχεδιάζω αποκλειστικά υπό την επήρεια παραισθήσεων. Την περίοδο εκείνη ζούσα με δυο ξερά σύκα την ημέρα.»
Ήμουν υπερβολικά υπερήφανος να ζητήσω βοήθεια από τους φίλους μου ενώ τα τελευταία χρήματα που είχα ήταν από το έργο μου ’’Το αγρόκτημα,’’ που ευτυχώς το είχε αγοράσει ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ.
Σας βλέπω να χαμογελάτε τώρα και εγώ χαμογελάω, το μαγικό όμως της τέχνης και του καλλιτέχνη ήταν πως και τότε χαμογέλαγα, ζούσα από αυτά που έφτιαχνα, πια σύκα, ποιος τα είχε ανάγκη, εγώ χρώματα χρειαζόμουν.
Μετά λες και κάτι άλλαξε χωρίς εγώ να το καταλάβω όλα γύρισαν πλευρά, γύρισαν προς την όμορφη πλευρά.
Γνώρισα και παντρεύτηκα την Pilar, μετά δυο περίπου χρόνια ήρθε στον κόσμο η κόρη μου η Maria Dolores και πλέον είχα αρχίσει να αναγνωρίζομαι σε διεθνές επίπεδο. Εκθέσεις σε Αμερική, Γαλλία, Ισπανία, αρχίζουν να μου χαρίζουν μια πιο άνετη ζωή. Ευτυχώς όμως ποτέ δεν έλειψε από μέσα μου το συναίσθημα, αυτό που σας είπα και στην αρχή το συναίσθημα που μπορεί να σου δώσει το κάθε τι.
Τα υπόλοιπα λίγο πολύ τα γνωρίζεται μέσα από τα έργα μου, μέσα από τις εκθέσεις μου.
Αυτό που θα ήθελα να σας συμβουλέψω είναι πως αν έχετε αποφασίσει να αφιερωθείτε στην τέχνη τότε πρέπει να της δώσετε και την ψυχή σας.
Η τέχνη είναι μάγισσα, τα θέλει όλα από εσάς, ψυχή και σώμα, δάκρυα και ιδρώτα, μεγαλείο και ταπείνωση ώστε αν θέλει να σας ανταποδώσει το 1/10 αυτού που εσείς της προσφέρατε.
Αν είστε διατεθειμένοι να δώσετε πολλά και να εισπράξετε λίγα ως και τίποτα, τότε καλώς ήρθατε στον υπέροχο κόσμο μου.

JOAN MIRO
Palma De Mallorca

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

PIERRE AUGUSTE RENOIR

Καθόταν στο ξύλινο σκαμπό σκυφτός μπροστά από το καβαλέτο του, ο καμβάς είχε διάσπαρτα κάποια χρώματα που ελάχιστα αχνοφαινόταν να ξεπροβάλει μια ακαθόριστη μορφή. Πέταξε οργισμένος μακριά τα πινέλα του ενώ τα δάχτυλα και ο ένας του ώμος έδειχναν αγκυλωμένοι. Η αρρώστια του είχε στερήσει την ικανότητα να ζωγραφίζει, όμως δεν το είχε βάλει κάτω, παρ’ όλο που η παραμορφωτική αρθρίτιδα έκανε ότι ήταν δυνατό για να τον καταβάλει.
«Αλίν.» Μονολόγησε.
«Αλίν, πόσο μου λείπεις.» Συνέχισε και ένα δάκρυ έτρεξε από τα κοκκινισμένα μάτια του.
Η γυναίκα του είχε φύγει από την ζωή μόλις πριν τέσσερα χρόνια και η απώλεια της του είχε στοιχίσει πολύ. Το μόνο που τον είχε ευχαριστήσει αυτά τα χρόνια ήταν που κατάφερε να δει δικούς του πίνακες στο μουσείο του Λούβρου.
Τι περηφάνια είχε νιώσει εκείνη την ημέρα που πήγε και τα είδε, γνώριζε πως ήταν από τους λίγους της γενιάς του και της τεχνοτροπίας που υποστήριζε που είχε καταφέρει κάτι τέτοιο, δηλαδή να ζει και να δει τα έργα του στο Λούβρο.
Ίσως τώρα που το σκεφτόταν καλύτερα να ήταν και ο μόνος.
Όμως το άξιζαν κι άλλοι, όπως ο καλός του φίλος Κλωντ Μονέ ή και ο Φρεντερίκ Μπαζίλ.
«Μα αυτά τα χέρια πως με πονάνε.» Γκρίνιαξε κοιτάζοντας τα πεσμένα πινέλα του.
«Ο Κλωντ μαζί με τον Βίνσεντ (Βαν Γκογκ) ήταν οι καλύτεροι από όλους μας, από αυτούς επηρεαστήκαμε σχεδόν όλοι οι λεγόμενοι Ιμπρεσιονιστές.»
Εκείνες της μακρινές εποχές – όπως φάνταζαν στο μυαλό του Πιερ Ωγκίστ – όλα λειτουργούσαν ρομαντικά οι έρωτες, οι γνωριμίες, ακόμα και η τέχνη που υπηρετούσαν. Τώρα πια αναγνωρισμένος, πλούσιος νιώθει να έχει λιγότερα από όσα είχε τότε που ζούσε φτωχικά με μόνο έσοδο ότι πούλαγε από τους πίνακες του – και δεν ήταν και πολλοί – στην Μονμάρτη.
Η Μονμάρτη, εκεί που γνώρισε την Αλίν, εκεί που γνώρισε και τον άνθρωπο που τον έκανε γνωστό και πλούσιο. Και αν η Μονμάρτη ήταν η βάση του, αυτό που τον εξέλιξε ήταν τα ταξίδια στην Ιταλία, που επιτέλους ήρθε σε επαφή με τα έργα των μεγάλων δασκάλων και ειδικά του Ραφαήλ τα όποια τον επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό.
«Όμως όλα αυτά που έχω ζήση, το ότι είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους που κατάφερα να ζω από κάτι που λατρεύω, που τα έφερε έτσι η ζωή και γνώρισα ανθρώπους που πραγματικά δεθήκαμε με δεσμούς φιλίας, που αρκετούς από αυτούς τους θυμάμαι ακόμα και σήμερα με δέος για το πόσο μεγάλη άνθρωποι ήταν το οφείλω κυρίως στον Πατέρα μου που παρ’ όλο που ήταν ένας φτωχός ράφτης είδε το ταλέντο μου και έκανε τα πάντα για να το αξιοποιήσω.»
«Τελικά τώρα που φτάνω στο τέλος της ζωής μου και κάνω τον απολογισμό της βλέπω πως έχω πολλούς ανθρώπους να ευχαριστήσω και το κάνω με μεγάλη χαρά και σεβασμό. Το τελευταίο ευχαριστώ όμως το κράτησα για τους δυο γιούς μου που χάρη σε αυτούς κατάφερα να δω εμένα.

Τρίτη, 26 Οκτωβρίου 2010

HENRI DE TOULOUSE LAUTREC

Ο κόσμος μου, ο δικός μου κόσμος, ένας κόσμος γεμάτος χρώμα, ιδέες, χαρά, ζωή. Όχι, η άσχημη σωματική μου κατάσταση δεν με εμπόδισε να γίνω όμορφος άνθρωπος. Πάντα θα θυμάμαι με όλη μου την αγάπη την Μονμάρτη, τα καμπαρέ, την Gildette Yvete, τον Aristide Bruant, την αγαπημένη μου φίλη Avril Jane, και πολλούς άλλους. Πάντα όλοι μας ήμασταν μεθυσμένοι, μεθυσμένοι από την χαρά που μας έδινε η ζωή . . . και από το πολύ ποτό βεβαίως. Πολλοί ονομάζουν αυτάρεσκα αυτήν την εποχή belle epoque, χα, μου αρέσει το όνομα "Ωραία εποχή" πράγματι είναι ωραία εποχή, γι΄αυτό ζωγράφιζα πάντα με έντονα χρώματα, πιο πολύ μου άρεσε το κόκκινο, τόνιζε την επανάσταση. Τι με κοιτάς με ερωτηματικά Jovant. Την επανάσταση του χρώματος εννοώ. Άλλωστε και εσύ έχεις δει τους πίνακες του καλού μου φίλου, του Vinsent. Αυτά τα χρώματα κανείς δεν θα τα πετύχει ξανά, απλά εμείς προσπαθούμε να τον πλησιάσουμε. Χα, χα, χα δεν θα ξεχάσω μια μέρα . . . νύχτα καλύτερα θα έλεγα. . . ή για να γίνω πιο ακριβής ξημερώματα που ήμασταν σε ένα από τα cafe cosnere, μην με ρωτήσεις ποιο δεν θυμάμαι, όπου ένας θαμώνας εκεί πρόσβαλε πολύ τον Vinsent . . . σου είπα μην με ρωτάς τι του είπε δεν θυμάμαι τίποτα, μην σου πω πως είναι πιθανό να μην του είπε και τίποτα. Και λοιπόν που λες σηκώνομαι όρθιος στέκομαι μπροστά του και τον καλό σε μονομαχία την επόμενη μέρα. Ευτυχώς για μένα, μιας και ο τύπος ήταν τεράστιος, πρέπει να με πέρναγε τρία κεφάλια σε μπόι και κάνα δυο μέτρα σε πλάτος, ζήτησε συγνώμη!! Ακόμα έχω απορία το γιατί, όμως μετά καλέ μου φίλε Jovant κάλεσα στο σπίτι μου όλους τους φίλους και φάγαμε μέχρι σκασμού. Μα ναι, άλλωστε εσύ ξέρεις πόσο πολύ μου αρέσει να μαγειρεύω για τους φίλους μου. ΩΩ μα τι θυμήθηκες τώρα φίλε μου, την επιβάτιδα στην καμπίνα 54, δεν ήταν πανέμορφη, τι τρέλα και αυτή να θέλω να την ακολουθήσω μέχρι την Σενεγάλη, για το μόνο που μετανιώνω είναι πως δεν της είπα τουλάχιστον ένα "Γειά σου τι κάνεις, με λένε Henri" Μα, μα θυμάσαι φίλε την landet Marcelle, ακόμα έχω όλα τα έργα που έφτιαξα γι΄αυτήν στο εργαστήριο μου, μου τα ζητάνε αλλά δεν τα πουλάω, ναι παράλογο αλλά ελπίζω ακόμα πως θα τα δεχτεί. Λες να τα δεχτεί; Άστο μην απαντήσεις δεν θέλω να ακούσω το όχι ας το έχω μόνο μέσα στο μυαλό μου είναι πιο ανώδυνο. Ας αλλάξουμε θέμα . . . θυμάσαι την Polaire; Ναι!!!! Και εγώ, τι ηθοποιός, τι τραγουδίστρια, με θαυμάζει λέει αλλά ποτέ δεν θα ποζάρει για μένα, κρίμα είχα γι΄αυτήν τα καλύτερα χρώματα να δώσω. Όμως Jovant πολλά στενάχωρα μου θύμισες, τι τα θες πέρασε ο καιρός και εγώ πλέον είμαι κλεισμένος εδώ μέσα, για το μόνο που λυπάμαι είναι πως δεν θα γυρίσω ξανά στα καφέ της Μονμάρτης, να ξαναφτιάξω φαγητό για τους φίλους μου. Όχι, όχι, ξέρω φίλε μου πως δεν πρόκειται να βγω όμως δεν με πειράζει αφού ακόμα μπορώ να ζωγραφίζω, τουλάχιστον ακόμα μπορώ να αφήνω κάτι από εμένα στο μέλλον. Α . . . μάλιστα κύριε νοσοκόμε. Jovant είναι ώρα να φύγεις, θα σε περιμένω αύριο. Τι; Θα έρθεις και η La Gouloue, αυτό έπρεπε να μου το πεις από την ώρα που ήρθες. Θα σας περιμένω με χαρά, καλό βράδυ φίλε μου.